Ce diaporama a bien été signalé.
Nous utilisons votre profil LinkedIn et vos données d’activité pour vous proposer des publicités personnalisées et pertinentes. Vous pouvez changer vos préférences de publicités à tout moment.
1
Κριτικὴ ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας
καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης
Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι ἀποτέλεσμα π...
2
Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως δὲν
νοεῖται ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τὰ αὐθεντικὰ ἐκμαγε...
3
διαχρονικῆς ἀποστολικοπαραδότου ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τῶν
θεοφόρων ἁγίων Πατέρων, τῶν μόνων αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν, λό...
4
ἐπιτάσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα ὁ ὁποῖος
ἐπανειλημμένως ἀναφερόταν ρητῶς στὴν ἀνάγκη συγκλήσεως·
ἐνδεικτικὰ σ...
5
μεθοδολογικὲς ὁμοιότητες τῆς ΑκΜΣ πρὸς αὐτήν. Ἔτσι “γιὰ τὴν
σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, εἶναι εὐρέως γνωστὸ πὼς ...
6
Νικόδημος τό “πολυθρύλλητον”, ὅπως λέει, ἀξίωμα τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ὅτι:
“ Τὰς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβὴς πίστις κυροῖ ”...
7
Σύνοδο τῆς Ἐφέσου ὡς ὅντως Ἁγία καὶ Οἰκουμενική. Οὐδεμία λοιπὸν
σχέσις μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν!
Ὁ προβληματ...
8
Στὸ 11,2 καθορίζεται ἡ ἀπαραίτητος ἀρχὴ τῆς “ὁμόφωνης”
ἀποδοχῆς τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν, προσυνοδικὰ
συμπεφωνημέ...
9
ἦσαν -δῆθεν- ἐκπροσωπούμενοι ἀπὸ τὸν πρῶτο τους καὶ τὴν ψῆφο του.
Ἡ νέα αὐτὴ διαδικασία ἀκύρωσε τὴ διαχρονικὴ ἐκκλησιολο...
10
12, τὸ ὁποῖο ἐν παρόδῳ νὰ λεχθεῖ ὅτι, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀποδέχεται
καὶ νομιμοποιεῖ ὁμοφώνωςἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ ἓκ...
11
Κρήτη μὲ τὴν ἐπιλεκτικὴ παρουσία ἐπισκόπων (24 γιὰ κάθε τοπικὴ
Ἐκκλησία), τὴν διαδικασία ἐσωτερικῆς ψηφοφορίας τῶν 24
ά...
12
Κανονισμό της (ἄρθρο 14), μᾶς σαφηνίζει τὸ γενικὸ τόνο, τὸν
χαρακτήρα καὶ τὸ σκοπὸ τῆς συγκεκριμένης συνάξεως.
Τὰ κείμε...
13
ἀντίθετοι πρὸς τὴ κατεύθυνση καὶ τὸ χαρακτήρα τῆς συνόδου
ἐπιχειρηματολόγησαν κατὰ αὐτῆς. Ὡς ἀπάντηση, ἐπίσκοποι
(Φαναρ...
14
ἀνθρώπους ἑκάστης ἐποχῆς” μεταδίδουν τὸ “Εὐαγγέλιον τῆς
ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´,1)”. Μᾶς
διαβε...
15
ἐστιν”22. Ἡ εἰκόνα εἶναι σαφής· πίστις καὶ ζωὴ συνδέονται ἄρρηκτα,
“ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ,...
16
παρεωραμένον καὶ ἀτημέλητον κινδυνῶδές τ' ἂν εἴη καὶ
σφαλερώτατον ”23.
β´. “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰτὸν ἑαυτόντης”
Ἔχοντα...
17
παπισμοῦ στὸν Οἰκουμενισμό, (ὅπως λέει ἀκριβῶς καὶ ὁ ὑπότιτλος τῆς
ἐγκυκλίου: On commitment to Ecumenism), συναντᾶμε στ...
18
Ἐκκλησία ὡς “εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”27. Δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς,
ὅτι μιὰ τόσο σημαντικὴ θέση, μένει ἄνευ παραπομπῆ...
19
Πατρὸς στρεβλοῦται αἱρετικῷ τῷ τρόπῳ σὲ Πρωτεῖο, οὕτως ὥστε
ὅπως ὑπάρχει Πρωτεῖο στὴν ἁγία Τριάδα, καὶ ἐφ᾽ὅσον ἡ Ἐκκλησ...
20
Τριάδος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς πρώτης πρὸς τὴν δευτέρα31.
Γίνεται ἔτσι κατανοητὴ ἡ πηγὴ, τόσο τοῦ Ζηζιούλα ὅσ...
21
“ἀναβιοῖ ”, ὡς “εἰς τὸ αὐτοῦ ἀναβαίνει πρόσωπον”33, πάντως τὸ χωρίο,
κατὰ τὴ συνήθη τακτικὴ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας...
22
Ζηζιούλα τὸ πρόσωπο “προηγεῖται” τῆς οὐσίας καθὼς ἡ ἐλευθερία
συνδέεται μ᾽αὐτό, ἐνῶ ἡ “ἀνάγκη” μὲ τὴν οὐσία). Στὸ ἀνωτέ...
23
στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὴ ἔχουσες ἀνάγκη συνοδικῆς ἔκφρασης ποὺ
δῆθεν τὶς ὑποστασιοποιεῖ.37 Ὡς ἐμπράγματες καταστάσεις,...
24
“Ἐκκλησίας”, ἡ ὁποία ὑποστασιοποιεῖται χωροχρονικὰ στὶς τοπικὲς
εὐχαριστιακὲς συνάξεις. Τοὐναντίον ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησ...
25
Εἶναι νομίζουμε, χαρακτηριστικὴ ἡ ὁμοιότητα τῶν διατυπώσεων (καὶ
τῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνὸς κειμένου ἀπὸ τὸ ἄλλο)...
στ´.Πε...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ...
Prochain SlideShare
Chargement dans…5
×

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

2 543 vues

Publié le

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΉΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Publié dans : Spirituel
  • Soyez le premier à commenter

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

  1. 1. 1 Κριτικὴ ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης Ἡ παροῦσα ἐργασία εἶναι ἀποτέλεσμα προσευχῆς καὶ μελέτης, ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (εἰς τὸ ἑξῆς ΑκΜΣ). Παραδίδουμε στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν καὶ ἐνημέρωσιν, τὸ α´ μέρος της, ἐνῶ συντόμως θὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ τὸ β´ μέρος ἀποκλειστικῶς ἀναφερόμενο στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ἐν λόγῳ συνόδου, αὐτὸ περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αύτῆς ἑτεροδόξους. Εἰσαγωγή Ἔχοντας ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες τῆς λεγομένης ΑκΜΣ, ἂμεσα ἐξεδόθησαν καὶ τὰ τελικά της κείμενα, ὁπότε καὶ παρεδόθησαν στὸ ὀρθόδοξο κριτήριο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, οὕτως ὥστε νὰ κριθοῦν ἐπὶ ὀρθοδοξίᾳ ἢ κακοδοξίᾳ. Ὁ ἁγιορειτικὸς μοναχισμὸς καλεῖται νὰ τοποθετηθεῖ ἐπ᾽ αὐτῆς, μετά τῆς δεούσης προσοχῆς, λαμβάνων ὑπ᾽ὄψιν τόσο τὴν κρισιμότητα τῆς στιγμῆς ὅσο καὶ τὴ σημασία ποὺ ἡ σύνοδος θὰ ἔχει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σὺν Θεῷ καὶ ὑπὸ τὸ ἀγλαὸν φῶς τῆς χιλιοχρόνου ὀρθοδόξου ὁμολογιακῆς ἁγιορειτικῆς παραδόσεως, μὲ τὸ παρὸν κείμενο1 θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὰ σημεῖα ἐκεῖνα ποὺ χρήζουν προσοχῆς, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀξιολογηθεῖ καὶ σύνολη ἡ σύνοδος, τὸ ἐάν δηλαδὴ εἶναι ἑπομένη τοῖς ἁγίοιςπατράσι ἢ ὄχι. Ἡ διαχρονικὴ ἐμπέδωσις καὶ βίωσις τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως συνιστᾶ πρώτιστα ἐμπειρικό-χαρισματικὸ γεγονὸς καὶ ἐνῶ διακρίνεται σὲ θεωρία καὶ πράξη, ἐν τούτοις συναπαρτίζει τὸ ὅλον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τοῦ ἀενάως ἱερουργουμένου 1 Ἡ ἐξέταση θὰ ἀρκεσθεῖ ἐπὶ τῶν σημαντικοτέρων καὶ τρόπόν τινα οὐσιωδεστέρων. Ὁ λεπτομερὴς σχολιασμός-ἔλεγχος θὰ ἀπαιτοῦσε, κατ᾽ἀνάγκην, τὴν τμηματικὴ ἐξέταση κατὰ παράγραφον ὅλων τῶν συνοδικῶν κειμένων , κάτι ποὺ δὲν κρίνεται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγκαῖος· ἄλλως τὸ κείμενο θὰ κινδύνευε νὰ λάβει διαστάσεις βιβλίου.
  2. 2. 2 Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως δὲν νοεῖται ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τὰ αὐθεντικὰ ἐκμαγεῖα τοῦ Πνεύματος, οἱ θεοφόροι Πατέρες ἔθεσαν. Ἤδη κατὰ τὸ 4ο αἰῶνα, καὶ ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐχειμάζετο ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ μίας ἀκόμη αἱρέσεως, διότι ἕως τότε δεκάδες αἱρέσεων ἤδη εἶχαν ἀναφανεῖ, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς ὑπὸ μίας λαίλαπας πελωρίων διαστάσεων, ὅπου ἔφτασε τὴν παρουσία τῶν ὀρθοδόξων νὰ περιορίζεται κυριολεκτικὰ σὲ μία χούφτα ἀνθρώπων, “εὑρέθη ἄνθρωπος ἀπὸ Θεοῦ” ὁ ὁποῖος, “ ἔστη ἀνὰ μέσον τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ζώντων καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις” (Ἀριθμ. 16,48)· καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος ὁ στῦλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῶν ὀρθοδόξων. Στὰ δογματικά του κείμενα, καθὼς καὶ στὶς πολυάριθμες ἐπιστολές του ἐπεσήμαινε διαρκῶς τὸν ἀποστολικὸ καὶ σωτηριώδη χαρακτήρα τῆς Παραδόσεως καὶ τὴν ἐμμονὴ σ᾽αὐτήν2, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴ μοναδικὴ ἐγγύηση τῆς “ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν” ἁγιοπνευματικῆς πορείας συνόλου τῆς ἐπὶ τῆς γῆς Ἐκκλησίας. Ὄντας ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθεῖ ἐδῶ τὸ μεῖζον καὶ κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα τοῦ ἀρρήκτου συνδέσμου ἁγιότητος καὶ ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας καὶ Παραδόσεως, καθίσταται σαφὲς ὅτι θεολογικὲς θέσεις, ἀπ᾽ ὅπου καὶ ἂν προέρχονται αὐτές, ἀκόμη καὶ ἀπὸ γενικὲς συνόδους, κρίνονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὑπὸ τὸ φῶς τῆς 2 " Ὅσοι γὰρ δι΄ εὐστάθειαν τρόπων τὸ τῆς ἀρχαιότητος σεμνὸν τοῦ καινοπρεποῦς προετίμησαν͵ καὶ ἀπαραποίητον τῶν πατέρων διεφύλαξαν τὴν παράδοσιν͵ … Οἱ δὲ διακορεῖς τῶν συνήθων͵ καὶ τῶν παλαιῶν ὡς ἑώλων κατεπαιρόμενοι͵ οὗτοί εἰσιν οἱ τὰς νεωτεροποιίας παραδεχόμενοι͵ ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἐσθῆτος οἱ φιλόκοσμοι τὴν ἐξηλλαγμένην ἀεὶ τῆς κοινῆς προτιμῶντες·”, PG 32, 92CD καὶ πάλιν, “Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον καὶ κοινὸς σκοπὸς ἅπασι τοῖς ἐναντίοις καὶ ἐχθροῖς τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας͵ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως κατασεῖσαι͵ ἐκ τοῦ τὴν ἀποστολικὴν παράδοσιν ἐδαφισθεῖσαν ἀφανισθῆναι.”, ὅ.π. 112C καὶ τέλος, “Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων͵ τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν͵ τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα· ἅπερ ἀμφότερα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Καὶ τούτοις οὐδεὶς ἀντερεῖ͵ οὐκοῦν ὅστις γε κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται. Εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν παραιτεῖσθαι͵ λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον· μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιιστῶντες τὸ κήρυγμα.”, ὅ.π. 188Α
  3. 3. 3 διαχρονικῆς ἀποστολικοπαραδότου ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίας τῶν θεοφόρων ἁγίων Πατέρων, τῶν μόνων αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν, λόγῳ καὶ ἔργῳ, τῶν ἀποστολοδέκτων πυρίνων γλωσσῶν τῆς Πεντηκοστῆς. Ὀφείλει ἐδῶ νὰ τονισθεῖ ἡ βαθεῖα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας: Ἁγία Παράδοσις καὶ ἁγιασμὸς εἶναι στοιχεῖα ἀλληλένδετα, καθώς ὁ ἁγιασμὸς ἑκάστου συντελεῖται ἀποκλειστικῶς ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ κῦρος τῆς ΑκΜΣ Βάσει τοῦ προσυμπεφωνημένου κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ στὸ Σαμπεζύ, ἄρθο 13 παράγραφος 2, οἱ ὑπογεγραμμένες ἀποφάσεις τῆς ΑκΜΣ ἔχουν ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΥΡΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλᾶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὡς θὰ συνέβαινε ἐὰν ἦταν τῷ ὄντι Οἰκουμενικὴ ἡ ΑκΜΣ. Παρότι οἱ ἴδιοι οἱ διοργανωτὲς τῆς ΑκΜΣ, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου (προστεθέντος, διαρκοῦντος τῆς συνόδου, καὶ τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοδώρου) ἀρνοῦνται -πλέον- τὸν χαρακτηρισμό “Οἰκουμενικῆς” ἐπὶ τῆς ΑκΜΣ, λόγῳ τῆς μὴ συμμετοχῆς τῆς (ψευδο)ἐκκλησίας τῆς Ρώμης(!), παρ᾽ὅλα ταῦτα καὶ μόνη ἡ ἀναφορὰ περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τῆς προσδίδει, καὶ συμφώνωςπρὸς τὰ ὀρθοδόξωςκρατοῦντα, οἰκουμενικὸν κῦρος. Παρενθετικῶς, ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτι ἐξαρχῆς ὁ χαρακτήρας τῆς ΑκΜΣ προσδιοριζόταν ὡς οἰκουμενικός. Ἡ ἴδια ἡ ἰδέα περὶ συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποτελεῖ ἀπότοκο τοῦ καταστροφικοῦ γιὰ τὴν ὀρθόδοξο ἑνότητα, ἀποκληθέντος “Πανορθοδόξου Συνεδρίου” τοῦ γενομένου ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ κατεγνωσμένου ὡς μασόνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου τοῦ Δ´3 . Τὸ ὅραμα τῆς οἰκουμενικῆς συνεχίστηκε μετ᾽ 3 Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου 10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982. Ἡ ἀπόφαση ἐλήφθει κατὰ τὴν Η´ συνεδρία, καὶ ὡς ἔτος ὁρίστηκε τὸ 1925, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῶν 1600ων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325. Ἔγινε δὲ καὶ πρόταση, ὅπως
  4. 4. 4 ἐπιτάσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἀναφερόταν ρητῶς στὴν ἀνάγκη συγκλήσεως· ἐνδεικτικὰ στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1951 έξήγγειλε τὴν πρόθεση συγκλήσεως «Μεγάλης Οἰκουμενικῆς Συνόδου» ὅταν ἡ χρονικὴ στιγμὴ θὰ ἐκρίνετο κατάλληλος4. Ἐδῶ νὰ προστεθεῖ, ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς συνόδου ὡς Ἁγίας καὶ Μεγάλης, χρησιμοποιήθηκε μ᾽εὐθεῖα ἀναφορὰ στὸ τρόπο ποὺ οἱ Οἰκουμενικὲς σύνοδοι κατὰ τὸ παρελθὸν ὀνόμαζαν ἑαυτές· ἦταν οἱ ἑπόμενες ποὺ τελικὰ τοὺς ἀπέδιδαν τελεσιδίκως οἰκουμενικὸν κῦρος5. Ἀξίζει πάντως νὰ σημειωθεῖ καὶ κάτι ἀκόμα. Ἡ λεγομένη ΑκΜΣ, διὰ στόματος ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν συμμετασχόντων, μετὰ τὀ πέρας τῶν ἐργασιῶν της (δὲν τολμήθηκε πρίν), ἀπεκλήθη ὡς “ἡ Β´ Βατικανὴ σύνοδος” τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τὸ ἀντίστοιχο δηλαδὴ τῆς τελευταίας οἰκουμενικῆς συνόδου (21ης) τοῦ παπισμοῦ, ἡ ὁποία δημιούργησε τεράστιες ἀναταράξεις στοὺς κόλπους του, ἐπιφέροντας ἀλλαγὲς τέτοιας σημασίας 6 ὥστε νὰ χαρακτηρισθεῖ, ἐκ τῶν ἰδίων τῶν πρωταγωνιστῶν της, ὡς τέμνουσα τὴν ἱστορία τῆς “ἐκκλησίας” στὴν ἐποχὴ πρὶν καὶ μετὰ τὴν σύνοδο. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ κάνουμε ἀναφορὰ στὴν σύνοδο τοῦ παπισμοῦ εἶναι οἱ διαβάζουμε, “νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τοὺς ἐπισκόπους τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν καθολικῶν ἐπισκόπων, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν χριστιανικὴν ἑνότητα.” ὅ.π. σελ 164. Τελικῶς ἡ πρόταση ψηφίστηκε νὰ ἀποτελέσει τὴν ΣΤ´ Ἀπόφαση τοῦ Συνεδρίου, ὅ.π. σελ. 221. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι κύριο ἔργο τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἦταν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καθώς καὶ ἡ υἱοθέτηση,άνάμεσα στὰ ἄλλα, νέων διατάξεων περὶ νηστείας καὶ μικτῶν γάμων, στὰ ὁποῖα ὅπως κατωτέρῳ θὰ δειχθεῖ, ἡ νῦν λεγομένη ΑκΜΣ προσέδωσε καθολικὸ κῦρος... 4 Βλ. Brun Maria, Ὁ ἀντίκτυπος τῆς Β´ Βατικάνειας Συνόδου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Θεολογία 2/2015, σελ. 222, (ἡ Maria Brun εἶναι Δρ. Θεολογίας (παπική), πρώην ἐπιστημονικὴ συνεργάτις στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης). Γιὰ περαιτέρω μαρτυρίες ἐπὶ τοῦ ἀρχικῶς σχεδιασθέντος οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς ΑκΜΣ, βλ. πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 52-56. 5 Ἐπὶ παραδείγματι ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐπισήμως ἀναγνωρίσθηκε ὡς τέτοια ἀπὸ τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ, ἐνῶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τελεσιδίκως ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸ 879. 6 Κυρίως ἦταν ἡ ἀπόφασή της γιὰ τὴν υἱοθέτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (μέσω τοῦ συνοδικοῦ Διατάγματος Unitatis Redintegratio), ὡς μεθόδου ἑνώσεως τῶν “χριστιανῶν”, καθὼς καὶ οἱ μεγάλες ἀλλαγὲς ποὺ ἐπέφερε στὴ λειτουργικὴ ζωή (λειτουργικὴ μεταρρύθμιση).
  5. 5. 5 μεθοδολογικὲς ὁμοιότητες τῆς ΑκΜΣ πρὸς αὐτήν. Ἔτσι “γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, εἶναι εὐρέως γνωστὸ πὼς ὁ τρόπος ἐργασίας τῆς Β´ Βατικάνειας Συνόδου χρησίμευσε κατὰ κάποιον τρόπο ὡς πρότυπο γιὰ τὶς διαδικασίες αὐτές.”7. Πράγματι, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, οἱ Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ἡ διαρκὴς Γραμματεία γιὰ τὴν Προπαρασκευὴ τῆς Συνόδου, καθὼς τέλος ὁ τρόπος ἑτοιμασίας καὶ ἐπεξεργασίας τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ, ΟΛΑ ἀπηχοῦν τὸ τρόπο λειτουργίας τῆς Β´ Βατικανῆς8. Τὰ κριτήρια οἰκουμενικότητος κατὰ τὴν ὀρθόδοξο κανονικὴ παράδοση Ὁ ἐξ ἀρχῆς προσδιορισμὸς τῆς ΑκΜΣ ὡς οἰκουμενικῆς (κυριολεκτικὰ μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ πρὸ τῆς συγκλήσεώς της), σὲ συνάρτηση πρὸς τὸ ὑποχρεωτικὸν διὰ πάντας τῶν ἀποφάσεών της, τὴν κατατάσσει ἑπομένως στὶς συνόδους μὲ ἀπαίτηση οἰκουμενικοῦ κύρους. Ἐφ᾽ὅσον λοιπὸν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, ἂς στραφοῦμε στὸν μέγα ἁγιορείτη καὶ κανονολόγο τῆς Ἐκκλησίας, ὅσιο Νικόδημο, γιὰ νὰ δοῦμε τί λέει σχετικὰ περὶ τῶν ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ἀναγνώρισης μιᾶς συνόδου ὡς οἰκουμενικῆς: α) ἡ σύνοδος ὀφείλει νὰ συγκαλεῖται ὄχι ἀπὸ κάποιον πατριάρχη ἀλλὰ “διὰ προσταγῶν Βασιλικῶν”,κάτι τὸ ὁποῖο σήμερα εἶναι ἀνέφικτο καὶ ἑπομένως ἀνενεργὸ δίχως περαιτέρω θεολογικὲς ἐπιπλοκές, β) πρέπει νὰ γίνεται “ζήτησις περὶ πίστεως καὶ ἀκολούθως νὰ ἐκτίθεται ἀπόφασις καὶὅρος δογματικός”, γ) ὀφείλουν, “νὰ ᾖναι πάντα τὰ ἐκτιθέμενα παρ᾽αὐτῶν δόγματα καὶ οἱ κανόνες, ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καὶ σύμφωνα ταῖς Θείαις Γραφαῖς, ἢ ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικαῖς συνόδοις.” καὶ προσθέτει ὁ ὅσιος 7 Brun, ὅ.π. σελ. 231 8 Ἀναλυτικά, Brun, .ὅ.π. σελ. 232-234
  6. 6. 6 Νικόδημος τό “πολυθρύλλητον”, ὅπως λέει, ἀξίωμα τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ὅτι: “ Τὰς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβὴς πίστις κυροῖ ”, καὶ πάλιν, “ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνειτὰς συνόδους.”, δ) τέλος ὀφείλουν, “νὰ συμφωνήσουν καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὰ παρὰ τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων διορισθέντα, καὶ κανονισθέντα ἅπαντες οἱ ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διὰ τῆς αὐτοπροσώπου παρουσίας αὐτῶν, εἴτε διὰ τῶν ἰδίων τοποτηρητῶν, ἢ καὶ τούτων ἀπόντων, διὰ γραμμάτων αὐτῶν.”9. Τὰ ἀνωτέρω ὀφείλουν νὰ ἀποτελέσουν τὸν ὁδηγὸ στὴν τελικὴ ἀξιολόγηση τόσο περὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ-πανορθοδόξου χαρακτήρα τῆς ΑκΜΣ, ὅσο καὶ περὶ τοῦ κατὰ πόσον ἀποτελεῖ ὂντως συνέχεια τῶν πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν πίστιν. Κατ᾽ἀρχὰς γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πληροῦται ὁ ὅρος ἀπαίτησις τοῦ κανονισμοῦ γιὰ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΥΡΟΣ τῆς συνόδου. Ἡ μόνη δυνατὴἀπάντηση εἶναι ΟΧΙ, καὶ ἐξηγούμαστε: Ἀπουσίαζαν ὡς γνωστὸν τέσσερεις τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον αἵρεται ὁ πανορθόδοξος-οἰκουμενικὸς χαρακτήρας της10· ἐδῶ νὰ παρατηρήσουμε ὅτι διὰ χειλέων ἐπισκοπικῶν, ἐλέχθη ὅτι τοῦτο δὲν συνιστᾶ πρόβλημα καθότι καὶ στὴ Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀπουσίαζε ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας, ὅμως ἡ Σύνοδος παρ᾽ ὅλα ταῦτα, λειτούργησε ὡς Οἰκουμενική! Ὅπως πάντα οἱ οἰκουμενιστὲς διαστρέφουν τὴν ἀλήθεια λέγοντας τὰ πράγματα μισά: ἡ Ἐκκλησία Ἀντιοχείας καὶ ὁ Πατριάρχης της Ἰωάννης, ἔχοντες παρεξηγήσει τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἀντιδρῶντας καὶ στὴ καθαίρεση τοῦ Νεστορίου, ἐδημιούργησαν ἀντισύνοδο μαζὺ μὲ ἄλλους, ὄντως νεστοριανούς, ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι ἀποκήρυξαν τὴ Σύνοδο τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐφέσου, κατεδίκασαν τὶς ἀποφάσεις της καὶ καθαίρεσαν τὸν ἅγιο Κύριλλο καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μέμνωνα! Ἀντιστοίχως ἡ ἁγία Σύνοδος ἔθεσε σὲ ἀργία τὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας καὶ κήρυξε ὡς ψευδοσύνοδο τὴν σύναξή τους. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα περίπου χρόνο ἐλύθησαν οἱ παρεξηγήσεις καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἀποδέχθηκε τὴν 9 Ὁσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1957, σελ. 118 10 Ἐπ᾽αὐτοῦ σημειώνει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὅτι τυχόν ‟ἀσυμφωνία τινῶν Πατριαρχῶν, καὶ τὰς Οἰκουμενικὰς ποιεῖ Τοπικάς.” ὅ.π. σελ. 119
  7. 7. 7 Σύνοδο τῆς Ἐφέσου ὡς ὅντως Ἁγία καὶ Οἰκουμενική. Οὐδεμία λοιπὸν σχέσις μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν οἰκουμενιστῶν! Ὁ προβληματικὸς χαρακτήρας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ: οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες. Σὲ κείμενα ποὺ ἐκυκλοφόρησαν πρὶν τὴ σύνοδο ὑπῆρξε πυκνὴ ἀναφορὰ στὸν πρωτόγνωρο καὶ ἐξόχως προβληματικὸ χαρακτήρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς συνόδου. Πρὸς ἀπόδοσιν λοιπὸν πλήρους εἰκόνας σχετικὰ μὲ τὴ σύνοδο ὀφείλουμε τὴν παρουσίαση ὅλων τῶν σχετικῶν προβληματικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ της, ὥστε νὰ ἀποδειχθεῖ καὶ μέσω αὐτῆς ὅτι ἡ ἀπαίτηση τῆς συνόδου γιὰ πανορθόδοξο κῦρος καθίσταταιἀδύνατη. Ἐν πρώτοις στὸ ἄρθο 8 παράγραφος 2 ὁρίζεται κατ᾽οὐσίαν ἡ ἀπαγόρευσις ἐλευθέρας τοποθετήσεως ἐπισκόπων ἢ καὶ αὐτῶν τῶν προκαθημένων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπὶ νέων, μὴ ὁμοφώνως συμπεφωνημένων ζητημάτων στὶς Προσυνοδικὲς Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Τοῦτο στὴ διαχρονικὴ λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ, συνιστᾶ βαρύτατη στρέβλωσή του καὶ οὐσιαστικὰ κατεργάζεται τὴ φίμωσή του. Σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους ὑπῆρχε ἡ πλήρης ἐλευθερία οἱουδήποτε ἐπισκόπου νὰ θέσει ζήτημα πρὸς συζήτηση καὶ ἐπίλυση. Ἀκολούθως στὸ 9,3, τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ κατ᾽ οὐσίαν ὡς συνέχεια τοῦ 8,2, ἀπαγορεύεται ρητὰ πᾶσα παρέμβασης ἐπισκόπου, ἐπὶ ποινῇ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου(!), εἰς “ἐκτὸς θέματος” ζήτημα. Ἐν ἀντιθέσει, σ᾽ὅλες τὶς συνόδους τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε πλήρης ἐλευθερία λόγου εἰς πάντας, ἀκόμη καὶ σὲ μὴ ἐπισκόπους ὅπως βλέπουμε ἐπὶ παραδείγματι στὴ συζήτηση μοναχῶν καὶ ἁγίου Ταρασίου (Α´ πράξις Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου). Ἐπεκτείνονται δὲ οἱ ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεις στὸ 10,3 περί “ἄσχετων διαλογικῶν ἀντιπαραθέσεων” τῶν ἐπισκόπων, ὡσὰν οἱ ἐπίσκοποι νὰ μὴν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς τους καὶ τοῦ ὕψους τοῦ λειτουργήματός τους καὶ ἔτσι νὰ ἐκτρέπονται -δῆθεν- σὲ διενέξεις “ξένες, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ἀποστολήν” τῆς συνόδου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ κείμενο!
  8. 8. 8 Στὸ 11,2 καθορίζεται ἡ ἀπαραίτητος ἀρχὴ τῆς “ὁμόφωνης” ἀποδοχῆς τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν, προσυνοδικὰ συμπεφωνημένων, κειμένων πρὸς διαμόρφωσιν τῶν τελικῶν κειμένων, καθὼς καὶ ἡ ἀπόρριψις τῶν μὴ ὁμοφώνως ἀποδεκτῶν τροπολογιῶν. Οἱ παρατηρήσεις μας ἐν συντομίᾳ: ὅπως θ᾽ἀποδειχθεῖ κατωτέρω, συγκεκριμένα τελικὰ κείμενα τῆς συνόδου σχετίζονται ἀμέσως ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως μὲ δογματικὰ ζητήματα πρωταρχικῆς σημασίας καὶ ὄχι ἁπλῶς διοικητικοῦ ἢ ποιμαντικοῦ χαρακτήρα. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: σὲ ποία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο σὲ ζήτημα δογματικὸ ὑπῆρχε ἡ περίπτωση ἀπορρίψεως δογματικῆς διατυπώσεως, (“τροπολογίας” κατὰ τὴν φρασεολογία τῆς συνόδου), καὶ ὅλα νὰ συνεχίζονταν “κανονικά”; Ὑπενθυμίζουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης μᾶς εἶπε ὅτι συνιστᾶ τὸν τρίτο ὅρο-ἰδίωμα ἀληθοῦς Οἰκουμενικῆς συνόδου: τὸ ὀρθόδοξον τῶν δογμάτων της. Εἶναι δυνατὸν ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος νὰ ὑπάρχει διαφωνία καὶ νὰ συνεχίζουν οἱ διαφωνοῦντες ὡς νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε; Καθίσταται λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ λεγομένη ΑκΜΣ λειτουργοῦσε ὡς νὰ ἦταν ἡ Βουλὴ ὅπου ψηφίζουν βουλευτὲς πολιτικῶν κομμάτων ὑπὲρ ἢ κατὰ μίας τροπολογίας νόμου τοῦ κράτους, καὶ ὄχι ἁγιοπνευματικὴ σύναξις ποιμένων ὁμονοούντων ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ... Τὸ 12,1 ἀναφέρεται στὰ περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων καὶ διαμορφώνει μία πραγματικότητα κατ᾽ ἐπίφασιν συνοδικὴ μέν, ἐν πράγματι δὲ πλήρως ἀντισυνοδικὴ καὶ παντελῶς ἀμάρτυρη στὴν καθολική, ἁγιοπνευματική, συνοδικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα, ἡ διαχρονικὰ ἀκολουθούμενη πρακτικὴ ὅλων τῶν συνόδων, Τοπικῶν ἢ Οἰκουμενικῶν, ἐρειδομένη σ᾽αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τῆς ὀρθόξοξης Ἐκκλησιολογίας, ἦταν ἡ πλήρης καὶ ὁμότιμη συμμετοχὴ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων, νοουμένων ὡς ποιμένων καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀληθείᾳ μαρτυροῦσαν τὴ καθολικὴ πίστη, τὸ θεμέλιο δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοδομήθηκε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία11. Οἱ ἐπίσκοποι, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ ὁμοτίμου τῆς ἀρχιερατικῆς τους ἱερωσύνης, ψήφιζαν πάντες καὶ δὲν 11 Βλ. Μτ. 16,18
  9. 9. 9 ἦσαν -δῆθεν- ἐκπροσωπούμενοι ἀπὸ τὸν πρῶτο τους καὶ τὴν ψῆφο του. Ἡ νέα αὐτὴ διαδικασία ἀκύρωσε τὴ διαχρονικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ τοῦ ὁμοτίμου ἐπισκόπου πρὸς ἐπίσκοπον, διαχώρισε κυριαρχικὰ τοὺς πρώτους, (τοὺς προέδρους δηλαδὴ τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν), ἀπὸ τοὺς περὶ αὐτοὺς ἐπισκόπους, μὲ συνέπεια τὴ διαμόρφωση δύο τύπων ἐπισκόπων: ἀφ᾽ ἑνὸς τοῦ πρώτου καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ὅλων τῶν ὑπολοίπων, μὲ οὐσιαστικὴ διάκριση ὁ πρῶτος νὰ ψηφίζει, ἀντιπρόσωπος πλέον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ὄχι. Ἡ συνοδικότητα κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁδηγήθηκε σὲ κάτι νέο, τὸ ὁποῖο μετὰ τὴ Κρήτη θὰ λειτουργεῖ ὡς παραδεδομένο ἱστορικὸ προηγούμενο ποὺ θὰ καθορίζει πλέον τὴν λειτουργία καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα μεγάλων συνόδων,ὅπου ἤδηἔχει ἀγγελθεῖὅτι θὰ ὑπάρξουν. Συνυφασμένο μὲ τὸ 12,1 εἶναι καὶ τὰ 12,2 καὶ 12,3 στὰ ὁποῖα ἐπεκτείνεται ἡ ἐκθεμελίωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ὀρθοδόξως νοουμένου, μὲ συνέπεια τὴν ἵδρυση ἑνὸς νέου τοιούτου, τοῦ ἐπισκόπου-αὐλικοῦ. Συγκεκριμένα, γιὰ νὰ ὑπάρξει καταφατικὴ ἢ μὴ ψῆφος ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὑπὸ τοῦ πρώτου ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας προηγεῖται ἐσωτερικὴ ψηφοφορία ὅλης τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ὁποία δύναται νὰ μὴν ὑπάρχει ὁμοφωνία, καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων. Μὲ ἁπλὰ λόγια δύνανται ἕνας ἢ καὶ περισσότεροι ἀρχιερεῖς νὰ διαφωνήσουν, ἀλλ᾽ὡς μειοψηφοῦντες ἀποδέχονται τὴν ἀπόφαση, ποὺ εἶναι τελικὰ ἀπόφαση τῆς πλειοψηφίας! Ἡ ἀξιολόγηση δὲ τῶν δαφωνιῶν, συνιστᾶ πλέον κατὰ τὸ 12,3 “ἐσωτερικὸν ζήτημα” ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας! Διαμορφώνεται ἐκ τῶν πραγμάτων μία νέα ἐκκλησιολογικὴ ἀντίληψις, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα δύναται (καὶ βάσει τοῦ 12,3 νομιμοποιεῖται) νὰ ὑπάρχει διαφοροποίηση στὸ ἐπαρχιακὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ τελικὰ νὰ ἐπιτυγχάνεται ὁμοφωνία στὸ οἰκουμενικό. Κατ᾽οὐσίαν τὸ 12,3 ἔρχεται σὲ ἀντίφαση ἕως καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας
  10. 10. 10 12, τὸ ὁποῖο ἐν παρόδῳ νὰ λεχθεῖ ὅτι, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀποδέχεται καὶ νομιμοποιεῖ ὁμοφώνωςἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ ἓκτο κείμενό της! Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας ἀσχολούμενο μὲ τὸ θέμα “Πρωτεῖο καὶ Συνοδικότης” διέβλεπε ὅτι ἡ συνοδικότης λειτουργεῖ σὲ τρία ἐπίπεδα: τὸ τοπικό (local = ἡ περὶ τὸν ἐπίσκοπο τοπικὴ Ἐκκλησία π.χ. ἕνας ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αύτὸν ἱερεῖς13), τὸ ἐπαρχιακό (regional = ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας π.χ. τῆς Ἑλλάδος) καὶ τὸ οἰκουμενικό14 (universal = ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος)· σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα ὑπάρχει πρῶτος καὶ σύνοδος (στὸ τοπικὸ ἐπίπεδο ὡς σύνοδος λαμβάνεται -δῆθεν- ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη). Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα εἶναι ἐξ᾽ ἐπόψεως ὀρθοδόξου παντελῶς ἀπορριπτέο, καὶ οἱ παραπάνω θέσεις περὶ τῆς συνοδικότητος ἐντὸς τοῦ συνολικοῦ νοηματικοῦ πλαισίου τοῦ κειμένου ἐπίσης ἀπόβλητες, παρατηρεῖται ὅτι τὸ 12,3 τοῦ κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ καταστρέφει τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα τῶν τριῶν ἐπιπέδων: ἄλλα δύναται νὰ λέει καὶ νὰ συμφωνεῖ ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν Ἐκκλησία τῆς ἐπισκοπῆς του, ἄλλα νὰ συμφωνοῦνται στὴ σύνοδο στὴν ὁποῖα συμμετέχει, καὶ τέλος στὸ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο, βάσει τῆς ἐπιτευχθείσας ὁμοφωνίας, αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν τοπικὴ Ἐκκλησία, ἄλλα νὰ ἀναγκάζεται ν᾽ ἀποδεχθεῖ ὡς καθολικὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας! Αὐτὴν τὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν τριῶν ἐπιπέδων, μὰ μὲ τρόπο στρεβλό, ἀντικανονικὸ καὶ κυριολεκτικὰ ἀντισυνοδικό, τὴν εἴδαμε στὴν 12 Joint International Commission for the Theological Dialogue Between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Ecclesiological and Canonical Consequences of the Sacramental Nature of the Church. Ecclesial Communion, Conciliarity and Authority. Ravenna, 13 October 2007. Στὸ κείμενο ἐκφράζεται ἡ συμπεφωνημένη ταύτιση ἐπὶ ἰδιαιτέρων χαρακτηριστικῶν τῆς συνοδικότητος καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν πρωτείου. Ἡ θεολογία τοῦ κειμένου ἀπηχεῖ θέσεις τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα (καὶ οἱ ὁποῖες μὲ τὴν σειρά τους εἶναι παπικῆς ἔμπνευσης, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἀναλυθοῦν ἀλλοῦ. Συμπερασματικά, τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα ἀποτελεῖ θρίαμβο τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ συνακόλουθα θεολογίας). 13 Σύμφωνα μὲ τὸ Ραβέννα 20 14 Μὲ τὸ τί ἀκριβῶς έννοοῦν οἱ παπικοὶ μὲ τὸν ὅρο ‟οἰκουμενικό”, θὰ τὸ δείξουμε στὸ τμῆμα ποὺ θὰ ἀναφέρεται στὸ ἓκτο κείμενο τῆς ΑκΜΣ, τοῦ σχετικοῦ μὲ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους.
  11. 11. 11 Κρήτη μὲ τὴν ἐπιλεκτικὴ παρουσία ἐπισκόπων (24 γιὰ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία), τὴν διαδικασία ἐσωτερικῆς ψηφοφορίας τῶν 24 άντιπροσώπων ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας έπὶ τῶν τελικῶν κειμένων (τό -δῆθεν- δεύτερο ἐπίπεδο συνοδικότητος), καὶ τέλος τὴν ὁμόφωνη ψηφοφορία-ἀποδοχὴ τῶν τελικῶν κειμένων ἀπὸ τοὺς 10 προκαθημένους-πρώτους (τὸ ὁποῖο συνιστᾶ τὸ τρίτο -δῆθεν- ἐπίπεδο, τό (ψευδο)οἰκουμενικό). Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι κάποιος μειοψηφῶν, κατὰ τὴν ἐσωτερικὴ ψηφοφορία τῶν ἐπισκοπικῶν ἀντιπροσωπειῶν ἐπίσκοπος, μὲ δεδηλωμένη διαφωνία ἐπὶ δογματικοῦ ζητήματος15 ἐπὶ παραδείγματι, νὰ ἐπιστρέφει στὴν ἐπισκοπή του καὶ νὰ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ διδάξει τ᾽ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐδίδασκε προτοῦ ἀναχωρήσει γιὰ τὴ σύνοδο· αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελικὸ ζητούμενο τοῦ νεοπαγοῦς τρόπου “ὁμοφωνίας” ἐπὶ τῶν τελικῶν κειμένων, ὅσον ἀφορᾶ τὴ ζωὴ τῆς κάθε, ὑπὸ ἐπίσκοπον, τοπικῆς (=local) Ἐκκλησίας. Περαιτέρω ἔγκριση τῶν ἀποφάσεων τῆς ΑκΜΣ δὲν προβλέπεται, δηλαδὴ οἱ ἀποφάσεις της εἶναι τελεσίδικες καὶ ὅπως ρητῶς ἀναφέρεται στὸ 13,2 ἔχουν πλέον πανορθόδοξο κῦρος καὶ ἁπλῶς κοινοποιοῦνται στὶς αὐτοκέφαλες τοπικὲς Ἐκκλησίες πρὸς ἐνημέρωσιν τοῦ ποιμνίου τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων. Κλείνοντας τὴν παρουσίαση περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ΑκΜΣ περιοριζόμαστε νὰ δηλώσουμε αὐτὸ ποὺ ἤδη ἔχει γίνει σαφές: ἡ σύναξη τῆς Κρήτης δὲν πληροῖ ἀπολύτως κανένα κριτήριο ὀρθοδόξου συνόδου· οἱ ὅροι λειτουργίας της καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν της ποὺ ὡδήγησαν καὶ στὶς σχετικὲς ἀποφάσεις της, συγκροτοῦν ἕνα ἀντι- παράδειγμα “συνόδου”, κυριολεκτικὰ μία ἀντισύνοδο καὶ δίχως ἀμφιβολία αὐτὸ ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία χαρακτηρίζεται ὡς ψευδοσύνοδος. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς παρουσίας μάλιστα ἀνιέρων, ἑτεροδόξων, ψευδεπισκόπων τόσο στὸ ἄνοιγμα ὅσο καὶ στὸ κλείσιμο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, κάτι ποὺ καὶ αὐτὸ προβλέπεται ἀπὸ τὸν 15 Τὸ μεγαλύτερο παράδειγμα εἶναι αὐτό, περὶ τῆς άποδοχὴς ἢ ὄχι τοῦ ἕκτου κειμένου, μὲ δογματικὸ ζητούμενο τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους.
  12. 12. 12 Κανονισμό της (ἄρθρο 14), μᾶς σαφηνίζει τὸ γενικὸ τόνο, τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ σκοπὸ τῆς συγκεκριμένης συνάξεως. Τὰ κείμενα τῆς ΑκΜΣ Οἱ Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα ἐκκλησιαστικὲς σύνοδοι ἤδη εἴδαμε ὅτι χαρακτηρίζονται ὡς τέτοιες16, καὶ γιὰ τὴ σημασία τους στὴν ἐπίλυση κρισίμων ζητημάτων σχετικῶν πρὸς τὴν ὀρθόδοξο πίστι καὶ θεολογία, τὰ ὁποῖα καὶ κατεγράφοντο στὶς ἀποφάσεις καὶ τοὺς δογματικοὺς ὅρους τους. Εἶναι τὰ τελικὰ κείμενα δηλαδὴ βάσει τῶν ὁποίων κρίνεται ἢ κατακρίνεται μία σύνοδος καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὴ ἔχει ἀξιώσεις καθολικοῦ κύρους. Ἡ πρώτη, γενικοῦ χαρακτήρα, ἐπισήμανση ποὺ ὀφείλει νὰ γίνει βασίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύναξη τῆς Κρήτης ἀποτελεῖ τὸ τέρμα μίας πορείας σχεδὸν 90 ἐτῶν προσυνοδικῶν διεργασιῶν, διασκέψεων καὶ προβληματισμοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἐξαιρετικὰ εὐρέως καταλόγου θεμάτων, στὴ συντριπτική τους πλειοψηφία οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου· αὐτὸς ἄλλωστε ἦταν ὁ ἀνέκαθεν προβεβλημένος χαρακτήρας της: ἡ προσαρμογὴ τῆς Ἐκκλησίας στὰ νέα οἰκουμενι(στι)κὰ δεδομένα, ὅπως βεβαίως αὐτὰ εἶχαν σχηματοποιηθεῖ ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ βρίσκονταν (καὶ συνεχίζουν νὰ βρίσκονται) πίσω ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Εὔλογο εἶναι λοιπὸν καὶ ἀναμενόμενο, στὰ τελικὰ κείμενα τῆς Κρήτης νὰ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ ἀκροθιγῶς μέν, (λόγῳ τοῦ γενικόλογου καὶ περιοριστικοῦ χαρακτήρα τους), ἀλλὰ ἐναργῶς, ὅλες αὐτὲς οἱ θέσεις ποὺ συναποτελοῦν καὶ τὸ πυρῆνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ πληρέστερη κατανόηση τῶν ὅσων ἔγιναν καὶ ἀποφασίστηκαν στὴν Κρήτη θ᾽ἀπαιτοῦσε καὶ τὴν ἐξέταση κειμένων ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸ περιθώριο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου καὶ τὰ ὁποῖα κοινοποιήθηκαν ἰδίως στὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα ἐνημέρωσης. Ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι 16 Βλ. ἀνωτ. τὴ τρίτη προϋπόθεση, κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη, ποὺ πρέπει νὰ πληροῦται ἀπὸ μία σύνοδο ὥστε νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς ἔχουσα οἰκουμενικὸν κῦρος
  13. 13. 13 ἀντίθετοι πρὸς τὴ κατεύθυνση καὶ τὸ χαρακτήρα τῆς συνόδου ἐπιχειρηματολόγησαν κατὰ αὐτῆς. Ὡς ἀπάντηση, ἐπίσκοποι (Φαναριῶτες) καὶ οἰκουμενιστὲς λαϊκοὶ θεολόγοι, ἐτοποθετήθησαν ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, κάνοντας τὶς δικές τους ἐκτιμήσεις, μὲ τὴν ὅποια ἐπιχειρηματολογία. Ἐν πολλοῖς εἶναι αὐτὲς οἱ τοποθετήσεις ποὺ κάνουν εὐκρινέστερη τὴν εἰκόνα τῆς συνόδου καὶ τῶν πρωταρχικῶν σκοπῶν της, καθὼς προέρχονται, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ φαναριῶτες ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι συνάμα εἶναι καὶ καθηγητὲς πανεπιστημίου.17 Α´ . Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολὴ Τὸ κεντρικὸ κείμενο τῆς Κρήτης εἶναι ἡ “ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας και Μεγά λης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, καὶ μαζὺ μὲ τἠ συντομευμένη ἐκδοχή της, τὸ “ ΜΗΝΥΜΑ Τῆς Ἁγίας καί Μεγά λης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας” συναποτελοῦν ἀφ᾽ἑνὸς τὴν ἐπιτομὴ τῶν ἕξι τελικῶν κειμένων-ἀποφάσεων, ἀφ᾽ἑτέρου διαμορφώνουν, καθορίζουν καὶ οὐσιαστικὰ ἐπιβάλλουν τὸ ὅλον τῶν βασικῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κινηθοῦν οἱ μετὰ τὴ σύναξη τῆς Κρήτης ὑπογράψαντες καὶ οἱ ἐκκλησίες τους. Στὴ συνάφεια αὐτὴ θὰ γίνει ἀναφορὰ καὶ στὸ κείμενο “ Ἡ ΑΠΟΣΤΟΛΗ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ”18. α´. Ἡ ΑκΜΣ ὡς “αὐθεντικὴ μαρτυρίατῆς πίστεως” Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς ΑκΜΣ εἶναι ὅτι “ἀποτελεῖ αὐθεντικὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως” καθὼς θεωροῦν οἱ συμμετέχοντες ὅτι “στοιχοῦμεν τῇ παραδόσει τῶν Ἀποστόλων καὶ Πατέρων ἡμῶν” καὶ τέλος ὅτι “θεολογοῦντες «ἁλιευτικῶς», ἤγουν ἀποστολικῶς πρὸς τοὺς 17 Bλ. ἐνδεικτικά, ἀπάντηση ἐπισκόπου Ἀβύδου Κυρίλου (Κατερέλου) πρὸς τὸ Γραφεῖο ὲπὶ τῶν αἱρέσεων Ἱ. Μ. Πειραιῶς, διαδικτυακὸς τόπος Ρομφαία, Τετάρτη 15 Ἰουνίου 2016. 18 εἰς τὸ ἑξῆς: Ἐγκύκλιος, Μήνυμα, Ἀποστολή.
  14. 14. 14 ἀνθρώπους ἑκάστης ἐποχῆς” μεταδίδουν τὸ “Εὐαγγέλιον τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´,1)”. Μᾶς διαβεβαιώνουν τέλος ὅτι, “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της. Προσφέρεταιδι᾽ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα...”. Τὸ νὰ στοιχεῖ τις στὴν παράδοσιν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν ἁγίων, σημαίνει νὰ τηρεῖ πάντα ὅσα ἐνετείλατο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (βλ. Μτ. 28,20) καὶ οἱ μετ᾽αὐτὸν Ἀπόστολοι (πρβ. Α´ Κορ. 14,37) καὶ πάντες οἱ ἑπόμενοι αὐτῶν Πατέρες, διότι ἄλλως: “ Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ ὑποτύπωσιν καὶ διδασκαλίαν τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν καινοτομηθέντα καὶ πραχθέντα καὶ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα ”, ὅπως ἐπίσης: “ Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένοις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους κανόνας τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων ἡμῶν, οἳ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν κοσμοῦντες πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐσέβειαν, ἀνάθεμα”19 . Τελικῶς οἱ μέλλοντες νὰ μαρτυρήσουν, ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ ἀποστάτου πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, Ἁγιορεῖτες Πατέρες μᾶς τονίζουν: “ Ὁ γὰρ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχὺ ἀνατρέπων τῷ παντὶλυμαίνεται”20 . Ὄντως, ἡ διαχρονικὴ μαρτυρία τῶν δοχείων τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποσκοποῦσε στὴ διαφύλαξη ἕως κεραίας (πρβ. Μτ. 5,18) τῆς παραδεδομένης πίστεως, τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τῆς σωτηρίας, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς Ἐκκλησίας (Μτ. 16,18). Ἡ Ἐκκλησία ἔχουσα κεφαλὴ τὸν Χριστόν, “τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτήν” (Ἑβρ. 12,2), εἶναι τὸ ἀεὶ ζωοποιούμενον ὑπ᾽ Αὐτοῦ σῶμα (πρβ. Κολ. 1,18), καὶ καθὼς περιγράφει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας “ Τὰ δὲ μέλη συνῆπται μὲν τῇ κεφαλῇ καὶ ζῇ τῷ συνῆφθαι καὶ διαιρεθέντα ἀποθνήσκει ”21. Τοῦτο μᾶς θυμίζει συνειρμικὰ καὶ τὸ λεχθὲν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Α´ πράξης τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “ Ἰωάννης ὁ θεοφιλέστατος τοποτηρητὴς τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου τῆς ἀνατολῆς εἶπεν· ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας πάντα ἄνθρωπον. Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· τοῦτο εὔδηλόν 19 Β ´ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν (ἔτους 1275), V. Laurent-J. Darrouzes, Dossier Grec de l’ Union de Lyon, 1976, σελ. 417 20 ὅ.π. σελ. 415 21 Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, Λόγος Α´, ΕΠΕ 22 σελ. 270
  15. 15. 15 ἐστιν”22. Ἡ εἰκόνα εἶναι σαφής· πίστις καὶ ζωὴ συνδέονται ἄρρηκτα, “ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται” (Ἰω. 11,25-26), εἶναι ὁ χωρισμὸς τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου ποὺ ἐπιφέρει τὸ πνευματικὸ θάνατο. Ἡ φανέρωση αὐτῆς τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυρεῖται καὶ ἀπαγγέλεται ἱεραποστολικῶς (πρβ. Α´ Ἰω. 1,2) κατὰ θέλησιν Θεοῦ καὶ ὄχι ὅπως ἕκαστος νομίζει (Ἰω. 12,49) διότι εἶναι συνολικὴ ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς, λόγῳ καὶ ἔργῳ, ἐκφαίνεται δὲ ὡς ὁδὸς καὶ ἀλήθεια (Ἰω. 14,6)· ἐν Χριστῷ εὐαγγελίζεται ὁ κόσμος τὴν ἀλήθεια, καὶ ὀφείλει ὡς “μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων” (Α´ Πτ. 5,1) ὁ εὐαγγελίζων ὡς οὐκ ἀρνούμενος τὴν πίστιν (Ἀπ. 2,13), νὰ φανερώνει τὸν ἀληθινὸν Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατ᾽ἐξοχὴ πρῶτος καὶ μόνος “ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός” (Ἀπ. 3,14). Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἀκροθιγῶς ἐκτεθέντων, νοεῖται ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας στὸ κόσμο, ὡς στοιχοῦσα στὴν ἀποστολικοπατερικὴ ἁγιοπνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ὀρθῶς περιγράφεται ὡς παρακαταθήκη. Ἡ διαφύλαξις τῆς παρακαταθήκης (πρβ. Α´ Τιμ. 6,20) συνιστᾶ καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ μηνύματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμο, καὶ δὲν δύναται νὰ συμβεῖ παρὰ μόνο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (Β´ Τιμ. 1,14), καὶ ὄχι βεβαίως μὲ μετανεωτερικές (ψευδο)ἐπιστημονικὲς κατασκευές... Εἶναι αὐτὴ ἡ διάκριση μεταξὺ αὐθεντικότητας καὶ μή, ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ποὺ κάνει ὁ ἐν ἁγίοις ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ἀναφορικὰ μὲ τὴν τήρηση τῆς παρακαταθήκης: “εἰσὶν δὲ σοφοὶ ἀπὸ μόνου τοῦ βούλεσθαι καὶ σοφίας δίχα, ἵνα τὴν προφητικὴν ἀρὰν ἐθελούσιον ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἐπισπάσωνται, καὶ ἐπιστήμονες τῷ οἴεσθαι (οὐ γὰρ τῷ εἶναι), ἐπιλήσμονες δὲ ὡς ἀληθῶς ὧν πρὶν μεμύηνται καὶ πεπείρανται, ὡμολόγησάν τε καὶ προέστησαν θείων δογμάτων, ὡς ἂν τὸ εὐπαράφορον καὶ εὐπαρακόμιστον τῆς ἀγενοῦς ψυχῆς ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκεν ἐμφανῶς στηλιτεύηται, ὁπότε τὴν πιστευθεῖσαν αὐτοῖς καλὴν παρακαταθήκην ἀφυλάκτως προὔδωκαν, ἧς καὶ τὸ μικρὸν 22 Mansi G.D. Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, 1766, τ. 12, 1022c
  16. 16. 16 παρεωραμένον καὶ ἀτημέλητον κινδυνῶδές τ' ἂν εἴη καὶ σφαλερώτατον ”23. β´. “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰτὸν ἑαυτόντης” Ἔχοντας σκιαγραφήσει στ᾽ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, τὴν ἀδιάσπαστο ἑνότητα τῆς ζωῆς, μαρτυρίας καὶ πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατανοητὸ πόσο λάθος εἶναι ἡ ἐπισήμανση ὅτι “ Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της”, καὶ ὅτι -δῆθεν- “προσφέρεται δι᾽ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα”. Ἡ Ἐκκλησία φέρει ἐν αὐτῇ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, διότι καὶ “ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.” (Ἰω. 1,4). Ἡ Ἐκκλησία ἔχει λοιπὸν αὐτοτελὴ ζωὴ, διακριτὴ ἀπολύτως ἀπὸ τὴ ψευδοζωὴ τοῦ κόσμου, ὁ δέ “ἑαυτός” της δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ζωοδότη της, αὐτὸν ζεῖ καὶ τὴ μαρτυρία αὐτοῦ (δηλαδὴ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία) προσφέρει στὸ κόσμο. Πέρα ἀπὸ αύτὰ ὅμως, ἂν καὶ εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπο ἐνσωματωμένες οἱ ἀνωτέρω ἀναφορὲς στὸ κείμενο ποὺ δείχνουν σχεδὸν ἀθῶες, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ᾽δοῦμε τὰ πράγματα καὶ ὑπὸ ἄλλη ὀπτικὴ γωνία... Ἡ πραγματικότητα λοιπὸν ἀποκαλύπτεται νὰ εἶναι πολὺ διαφορετική· ἐξακολουθητικὰ ἀλλὰ καὶ μεθοδικὰ οἱ καθ᾽ ἡμᾶς οἰκουμενιστὲς24 μεταφέρουν ἰδέες ἀπὸ τὴ Δύση, κατάλληλες στὴν ἐμπέδωση ἑνὸς νέου ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιθυμοῦν νὰ μεταφέρουν τὴ συζήτηση περὶ Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα στὴν ἐξαιρετικῆς σημασίας έγκύκλιο τοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint25 σχετικὰ μὲ τὴν δέσμευση τοῦ 23 Ἁγ. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἐκτεθέντος ὅρου τῆς συνόδου τοῦ 815, κεφ. 28,15-28,44 (σελ. 61-2), ἐν Ed. Featherstone J.M., Nicephori Patriarchae Constantinopolitani Refutatio et Eversio Definitionis Synodalis Anni 815, Turnhout Brepols, 1997, Corpus Christianorum, Series Graeca 33 24 Στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα ἡ σχετικὴ άναφορὰ περί “προσφορᾶς”, συναντᾶται πυκνά, εὔλογο εἶναι λοιπὸν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ συγκεκριμένο σημεῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ δικό του χέρι... 25 Ἐγκύκλιος Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β´, Ut Unum Sint (ἵνα πάντες ἓν ὦσιν), Ρώμη 25 Μαΐου 1995. Βλ. ἐπίσης καὶ εἰς, Congregation For The Doctrine Of The Faith,
  17. 17. 17 παπισμοῦ στὸν Οἰκουμενισμό, (ὅπως λέει ἀκριβῶς καὶ ὁ ὑπότιτλος τῆς ἐγκυκλίου: On commitment to Ecumenism), συναντᾶμε στὸ 5/a ἀκριβῶς τὴν ἴδια διατύπωση26 , στὸ ἴδιο πλαίσιο ἀναφορᾶς. Ἀνεξαρτήτως τῆς πηγῆς ἔμπνευσης (ἡ ὁποία πάντα εἶναι δυτική, καὶ πλέον σχεδὸν ἀποκλειστικὰ παπική), αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει τελικῶς εἶναι ἡ ἑνιαία παρουσίαση τοῦ οἰκουμενιστικοῦ μηνύματος σὲ Ἀνατολὴκαὶ Δύση. Γενικόλογες ἀγαπολογικοῦ τύπου ἐκφράσεις, ὡς οἱ ἀνωτέρω, διατυπώνονται συχνὰ μέσα στὴν Ἐγκύκλιο ὅσο καὶ στὸ σημαντικότερο κείμενο τῆς συνάξεως τῆς Κρήτης, αὐτοῦ περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Περιοριζόμαστε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι τὸ γνήσιον αὐτῶν ἐλέγχεται καὶ τελικῶς κρίνεται κίβδηλο, ἀπὸ τὸ ἐλλιπὲς ἕως καὶ ἀνύπαρκτον τῆς ὁμολογίας τῆς παρακαταθήκης ποὺ συγκροτεῖ καὶ διέπει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθοῦς πίστεως, τῆς μόνης δυναμένης νὰ ζωοποιήσει αὐτόν, καὶ ὄχι διαχριστιανικὰ συνέδρια “εἰδικῶν” ἢ κοινωνικοῦ χαρακτήρα ἐλεημοσύνης, ποὺ εἶναι κυρίως ἔργο τοῦ κάθε κράτους καὶ τῶν παντοίας φύσεωςπολιτικῶν ὀργανισμῶν... γ´. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος Συνεχίζοντες οἱ συντάκτες τῆς Ἐγκυκλίου, (προφανῶς καὶ πάλι ὁ Ζηζιούλας), καὶ στὴν προσπάθειά τους κάτι νὰ ποῦν, γιὰ τὸ τί εἶναι Ἐκκλησία καὶ ἔτσι νὰ πλαισιώσουν θεολογικὰ τήν “προσφορά” αὐτῆς πρὸς τὸ κόσμο, καταλήγουν στὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἐκ τῶν πλέον σκοτεινῶν, παντελῶς ἀμάρτυρων ἁγιογραφικά-πατερικά, θέσεων τοῦ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, αὐτῆς ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρώμη 28 Μαΐου 1992, 4/b 26 “From this sacramentality it follows that the Church is not a reality closed in on herself; rather, she is permanently open to missionary and ecumenical endeavour, for she is sent to the world to announce and witness, to make present and spread the mystery of communion which is essential to her: to gather together all people and all things into Christ; so as to be for all an "inseparable sacrament of unity".”
  18. 18. 18 Ἐκκλησία ὡς “εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”27. Δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ὅτι μιὰ τόσο σημαντικὴ θέση, μένει ἄνευ παραπομπῆς σὲ κάποιο κείμενο, ὅπως ἐπίσης τὸ ὅτι δὲν ἀναλύεται. Παρότι ἡ ἐκτενὴς ἀνάλυση διαφεύγει τοῦ σκοποῦ τοῦ παρόντος κειμένου, ἀκροθιγῶς ἔχουμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς: ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀποστολικοπαράδοτη πατερικὴ παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ “ὡς τὴν αὐτὴν αὐτῷ κατὰ μίμησιν καὶ τύπον ἐνέργειαν ἔχουσαν”28. Ἡ ἀνθρώπινη φύση κοινώνησε ὑποστατικῶς ἅπαξ ἐν Χριστῷ, οἱ ὑποστάσεις (δηλαδὴ οἱ ἐπὶ μέρους ἄνθρωποι), κοινωνοῦν μὲ τὸ Χριστὸ ἐνεργητικῶς, δηλαδὴ κατὰ τὴν κοινὴ τριαδικὴ ἄκτιστο ἐνέργεια. Ἡ ζηζιούλια θεώρηση ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει μία “ἐνδοτριαδικὴ ζωή” ἡ ὁποῖα κοινωνεῖται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ συνιστᾶ τή -δῆθεν- ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σύνολη ἡ πατερικὴ παράδοση ὡς “ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις” καταγράφει τὸ ἀπόρρητο μυστήριο τῆς ἀγεννησίας, τῆς γέννησης καὶ τῆς ἐκπόρευσης καὶ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο! Εἰδάλλως, τὰ τρία προσκηνυτὰ Πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, θὰ σχετίζονταν μεταξύ τους κατ᾽ ἐνέργειαν, ὅπως δηλαδὴ συμβαίνει μεταξὺ κτίσεως καὶ Θεοῦ. Οἱ θεολογικὲς συνέπειες τῆς κατ᾽ ἐνέργειαν σχέσης τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι καταστροφικὲς γιὰ τὴν ἑνότητα Της. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπὶ μέρους διασάφηση περὶ τοῦ χαρακτήρα τῶν σχέσεων, τὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ κινεῖται μεταξὺ Ἀρειανισμοῦ καὶ Σαβελλιανισμοῦ (πλήρη διαπραγμάτευση τῆς ἐσωτερικῆς σχέσεως τῶν δύο -φαινομενικὰ διαφορετικῶν- αἱρέσεων κάνει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στοὺς 4ης λόγους του κατὰ Ἀρειανῶν, βλ. PG 26,12-468). Ἡ βούληση τοῦ Ζηζιούλα εἶναι, καὶ τοῦτο δίχως νὰ τὸ ἐννοήσει κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς τῆς Κρήτης, νὰ θεμελιώσει τὴν περὶ Πρωτείου θεωρία του καὶ ἡ ὁποία βασίζεται στὸ ὑποτιθέμενο Πρωτεῖο τοῦ Πατρός! Ἡ Mοναρχία τοῦ 27 Ὁ τίτλος τοῦ πρώτου τμήματος τῆς Ἐγκυκλίου εἶναι, “ Ἡ Εκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκὼν τῆς Ἁγίας Τριάδος” καὶ ἀκολούθως στὸ I,1 “ Ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καὶ βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ…” 28 Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91,664D. Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος στὰ κεφάλαια Α´-Ε´ περιγράφει κατὰ ποίους τρόπους εἰκονίζεται ἡ Ἐκκλησία: πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται, (οὕτε κἂν ὑπονοεῖται), ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ θεωρηθεῖ ὡς εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδος...
  19. 19. 19 Πατρὸς στρεβλοῦται αἱρετικῷ τῷ τρόπῳ σὲ Πρωτεῖο, οὕτως ὥστε ὅπως ὑπάρχει Πρωτεῖο στὴν ἁγία Τριάδα, καὶ ἐφ᾽ὅσον ἡ Ἐκκλησία δῆθεν τὴν εἰκονίζει, νὰ συνεπάγεται ὅτι ὑπάρχει Πρωτεῖο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ μάλιστα Οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα! Μ᾽αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ περὶ Πρωτείου συζήτηση λαμβάνει θεολογικὸ χαρακτήρα ἐπὶ τριαδολογικοῦ θεμελίου.29 Ἡ παραπάνω θέση ἀπηχεῖ κυρίως τὸ κείμενο τοῦ Μονάχου (1982), ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίστηκε καὶ προέκτεινε τὶς διαπιστώσεις του τὸ κείμενο τῆς Ραβέννα30 (2007). Ἐμμέσως πλὴν σαφῶς νομιμοποιοῦνται κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀποκτοῦν “ὀρθόδοξο” κῦρος καὶ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Συμπερασματικά: τὸ ζήτημα τοῦ εἰκονισμοῦ καθ᾽ ἑαυτὸ εἶναι τεράστιο καὶ συνιστᾶ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς ὅλης θεολογικῆς κατασκευῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τῶν οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνώσεως. Ὅπως ἤδη ἔχει δειχθεῖ, οἱ άντορθόδοξες θέσεις ἔχουν κυρίως παπικὴ ρίζα. Ἡ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας μὲ ὃρους εἰκονισμοῦ, πρωτόγνωρη γιὰ τὰ ὀρθόδοξα δεδομένα, συνιστᾶ οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς παπικῆς κατανόησης τῆς ἔννοιας τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ συνδεδεμένου πρὸς αὐτὴν παγκοσμίου Πρωτείου τοῦ “Πέτρου” (ὅπως ὀνομάζεται ὁ ἑκάστοτε πάπας ὡς δῆθεν διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου). Πράγματι στὸ συνοδικὸ Διάταγμα τῆς Β´ Βατικανῆς ποὺ ἔβαλε ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὸν παπισμὸ στὶς ράγες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸ Unitatis Redintegratio (1964), στὸ 2/f, βλέπουμε τὴ ρητὴ ἀναφορὰ μὲ τὴν ὁποία συνδέεται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς αὐτὴν τῆς ἁγίας 29 Στὸ σχετικὰ πρόσφατο κείμενό του Conciliarity and Primacy, Θεολογία 2/2015, σσ 19-33, ὁ Ζηζιούλας ἐπαναδιατυπώνει τὴ σύνδεση τριαδολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας καθότι “ἡ Ἐκκλησια ὀφείλει καθ᾽ὅλα νὰ κατοπρίζει, ὄχι μόνο μὲ τὴ πίστη της ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δομὴ καὶ τὴν ἱεραρχία της, τὸ τρόπο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ὑπάρχει ὡς Τριάδα.” σελ. 27 (ἡ μετάφραση δική μας) 30 Κάθε κείμενο τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου παπικῶν-“ὀρθοδόξων” συνιστᾶ βῆμα ἐμπλουτισμοῦ καὶ διεύρυνσης τοῦ προηγουμένου του, συναποτελοῦν δηλαδὴ ὅλα μαζὺ μίαν ἀδιάσπαστο ἑνότητα. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπου τὸ κείμενο τοῦ Balamand, λειτουργώντας μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, θὰ κληθοῦν οἱ διαφωνοῦντες εἴτε τοὺς ἀρέσει εἴτε ὄχι, τελικὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν σὲ κάποια ἑπόμενη ἔκδοσή του (πιθανὸν ἐλαφρῶς τροποποιημένο πρὸςπαῦσιν τῶν ἀντιδράσεων)
  20. 20. 20 Τριάδος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς πρώτης πρὸς τὴν δευτέρα31. Γίνεται ἔτσι κατανοητὴ ἡ πηγὴ, τόσο τοῦ Ζηζιούλα ὅσο καὶ μέσῳ αύτοῦ, τῆς Ἐγκυκλίου τῆς συνόδου τῆς Κρήτης… δ´. Ἀναφορικὰ μὲ τὴνἔννοια τοῦ προσώπου Σὲ πλαισίωση πρὸς τήν κεντρικῆς σημασίας, πολυεπίπεδη καὶ μὲ πολλαπλὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ εὐρύτερα θεολογικὲς συνέπειες ἀνωτέρω θέση, ἐπισημαίνουμε τὴν ὕπαρξη καὶ ἄλλων ζηζιούλιων θεωρήσεων, ποὺ ἐπίσης τεχνηέντως ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ τελικὰ κείμενα, παρότι ἔχουν ἐλεχθεῖ ὡς αἱρετικές· αὐτή τους ἡ ἐνσωμάτωση ἐπιτυγχάνει τελικὰ νὰ τὶς ἀπαλλάξει ψόγου καὶ τὶς καθιστᾶ “ὀρθόδοξες” καὶ καθολικοῦ κύρους. Ἐν πρώτοις συναντᾶται ἡ γνωστὴ θεωρία περὶ προσώπου32, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει θεμελειώσει ὁ Ζηζιούλας καὶ ὅλες τὶς ἑπόμενες, ὡς ἄλλο πύργο τῆς Βαβέλ. Τοῦτο στὸ κείμενο ἐμφανίζεται μέσω τῆς χρησιμοποιήσεως χωρίου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: “Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τό «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διά τῆς ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τήν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες γάρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καὶ τὸ κοινὸν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτὸν ἀναβιοῖ πρόσωπον» (Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ. PG 73, 157-161)” (Ἐγκύκλιος 4/β). Ἂς σημειωθεῖ ὅτι συναντᾶται καὶ ἑτέρα γραφὴ τοῦ 31 Τὸ κείμενο: “This is the sacred mystery of the unity of the Church, in Christ and through Christ, the Holy Spirit energizing its various functions. It is a mystery that finds its highest exemplar and source in the unity of the Persons of the Trinity: the Father and the Son in the Holy Spirit, one God”. Τὸ ὅλο ζήτημα εἶναι ἄκρως σημαντικὸ καὶ θὰ ἀναλυθεῖ, σὺν Θεῷ, σὲ ἑπόμενο κείμενο. 32 Ἡ διδασκαλία περὶ προσώπου λαμβάνει ἰδιαίτερο νόημα στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία καὶ εἶναι θεμελιώδους σημασίας, ἔχει δὲ ὡς βάση τὸν Περσοναλισμὸ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ζηζιούλα τὴν παρέλαβε ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του μέσῳ τῆς ἐπαφῆς ποὺ εἶχε κατὰ τὶς σπουδές του, μὲ χαϊντεγγεριανοὺς θιασῶτες τῆς παπικῆς Νέας Θεολογίας (ἡ ὁποῖα ἀπετέλεσε τὴν ἐπίσημη θεολογία τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου)
  21. 21. 21 “ἀναβιοῖ ”, ὡς “εἰς τὸ αὐτοῦ ἀναβαίνει πρόσωπον”33, πάντως τὸ χωρίο, κατὰ τὴ συνήθη τακτικὴ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας “ἀρχικὰ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴ συνάφεια τοῦ κειμένου (ἐν παρόδῳ στὸ κυρίλλειο κείμενο ἀναλύεται τὸ χωρίο ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην 1,14 “καὶ ἐσκήνωσεἐν ἡμῖν”), καὶ αὐτονομημένο ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα34 συνδέεται μὲ τὴν (ζηζιούλια) ἔννοια τοῦ προσώπου, ἐνῶ ξεκάθαρα τὸ ἴδιο τὸ κείμενο ἀναφέρεται στὴν πρόσληψη καὶ συνακόλουθα θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Πέρα ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο, εἶναι καὶ στὸ κείμενο τῆς Ἀποστολῆς, ὅπου ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἀνωτέρω στρέβλωση, τούτη τὴ φορὰ κάνοντας παράχρηση ἄλλου κειμένου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου (αὐτὴ τὴ φορὰ τοῦ PG 74, 273D-275A) τὸ ὁποῖο ὁμοίως δὲν ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο ἀλλὰ στὴν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ. Τὰ δύο χωρία κακοποιοῦνται ἀλλὰ καὶ συνδέονται ἑρμηνευτικὰ μὲ τὴν περί “ἀνακεφαλαιώσεως” χρήση. Τὸ ὅτι ὅλα τὰ ἀνωτέρω οὔτε τυχαῖα, οὔτε ἄνευ αἰτίας βρῆκαν θέση στὰ τελικὰ κείμενα, σαφηνίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεση τελικὰ ἐκ τοῦ κειμένου τῆς Ἀποστολῆς τῆς ἑξῆς προβληματικῆς παραγράφου, ζηζιούλιας ἐπίσης ἐμπνεύσεως καὶ θεολογίας. “ Ἓν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένου φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίας προσώπων, ἀντανακλώντων κατὰ χάριν διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τὴν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωὴν καὶ κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ τὸ θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας” (Άποστολὴ Β/1). Τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα διαφωτίζει τὸ λόγο ὕπαρξης στὴν ἐγκύκλιο τῆς ἀναφορᾶς περὶ τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας “κατ᾽ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος”, τῶν δύο ἀναφορῶν περὶ προσώπου ποὺ ἐξετάσαμε, καὶ πῶς αὐτὰ συνδέονται μὲ τὴν ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας (ποὺ κατὰ 33 Στὸ κείμενο ἀπὸ τὴν ἔκδοση, Ed. Pusey, P.E., Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium, Oxford: Clarendon Press, 19652, τ.1 σελ. 141,7 34 Ἡ συνέχεια στὸ κείμενο εἶναι “ Ἐπεὶ καὶ ἔσχατος Ἀδὰμ διὰ τοῦτο κατωνόμασταιτῇ κοινότητι τῆς φύσεως πάντα πλουτῶν”, ἐνῶ λίγες γραμμὲς πιὸ κάτω καταλήγει: “οὐκοῦν ἐν Χριστῷ μὲν ἀληθινῶς ἐλευθεροῦται τὸ δοῦλον, ἀναβαῖνον εἰς ἑνότητα τὴν μυστικὴν τῷ φορέσαντι τὴν τοῦ δούλου μορφήν, ἐν ἡμῖν δὲ κατὰ μίμησιν τὴν πρὸς τὸν ἕνα διὰ τὴν κατὰ σάρκα συγγένειαν.”
  22. 22. 22 Ζηζιούλα τὸ πρόσωπο “προηγεῖται” τῆς οὐσίας καθὼς ἡ ἐλευθερία συνδέεται μ᾽αὐτό, ἐνῶ ἡ “ἀνάγκη” μὲ τὴν οὐσία). Στὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα μιᾶς καὶ δὲν ἀφαιρέθηκε ἡ ἀναφορὰ στὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι σὰν νὰ εἶναι παρόν, πλέον ὅμως μὲ κεκαλυμμένο τρόπο. ε´. Ἑνότης καὶ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας Ἡ διαπότιση τῶν τελικῶν κειμένων μὲ τὸν ἰδιαίτερο τρόπο θεολογήσεως ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα παρατηρεῖται ἐπίσης στὶς ἑξῆς διατυπώσεις: “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ” (Μήνυμα 1/β), ὅπως καί, “Κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, προσφέρουσα τὴν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καὶ φανέρωση τῆς Μιᾶς(sic), Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας” (ὃ.π). Τυγχάνουν γνωστὲς καὶ διαρκῶς διατυπούμενες σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα οἱ παραπάνω θέσεις καὶ οἱ ὁποῖες δὲν ἀπηχοῦν τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία35. Τὰ πάντα ὑποτάσσονται στὴ νέα περὶ Πρωτείου θεωρία του: ἡ ἑνότης “πραγματοποιεῖται” ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐπισκόπου, ἑπομένως τὸ πλήρωμα τῆς ἑνότητος βρίσκει τὴν ἔκφρασή της μόνον ἐν συνόδῳ, ἐγγυητὴς δὲ αὐτῆς τῆς ἑνότητος καθίσταται ὁ “πρῶτος”36, τῆς συνόδου! Καὶ ὅμως, ἑνότητα καὶ καθολικότητα νοοῦνται πάντοτε ὡς δεδομένες καὶ διαρκεῖς 35 Ἡ λεπτομερὴς ἐξέταση τῶν αἱρετικῶν θέσεων τοῦ Μητρ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, (καθὼς καὶ ἡ σὺν τῷ χρόνῳ ἐξελικτικὴ διαμόρφωσή τους), πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσει σὲ ἑπόμενα κείμενα. Ἡ -δῆθεν- εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία του δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπίχρωση τῆς ἐκκλησιολογίας communio τῆς Β´ Βατικανῆς συνόδου μὲ στοιχεῖα ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας -καὶ αὐτὰ ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὸ πλαίσιο ἀναφορᾶς τους (καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο, ὅπως συνηθίζεται νὰ λέγεται ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς θεολόγους). 36 Πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, “… the “one - and - the many” idea which runs through the entire dogmatic theology of the Church, including the doctrine of the Holy Trinity, Christology and the Eucharist, makes primacy a THEOLOGICAL and not simply an administrative matter. There is “primacy” even in the life of the Trinity…”, σελ. 29-30. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἐνδεικτικὸ τῆς ἀναγωγῆς ποὺ κάνει ὁ Ζηζιούλας τῆς ὑποθέσεως τοῦ πρωτείου στὸ ἀμιγῶς τριαδολογικὸ ἐπίπεδο.
  23. 23. 23 στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὴ ἔχουσες ἀνάγκη συνοδικῆς ἔκφρασης ποὺ δῆθεν τὶς ὑποστασιοποιεῖ.37 Ὡς ἐμπράγματες καταστάσεις, ἡ ἑνότητα εἶναι καθολικὴ καὶ ἡ καθολικότητα ἑνωτική: “τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν” (κοντάκιον Πεντηκοστῆς), δηλαδὴ τοὺς πιστούς, καὶ καθὼς αὐτὸ εἶναι ποὺ χορηγεῖ πάντα τὰ χαρίσματα, “ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας” (στιχηρὰ ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς). Θεμέλιο τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ἀποστολοπαράδοτος μία, ἑνοειδὴς καὶ ἑνοποιοῦσα, πίστις38, καὶ ἡ ὁποία εἶναι καὶ λέγεται καθολική, ὡς περιέχουσα πᾶσαν τὴν καθολικὴν ἀλήθειαν, ταὐτὸν εἰπεῖν τὴν σωτηρία39· αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅπου ἡ Ἐκκλησία καλεῖται καθολική40, καὶ ὄχι γιατὶ εἶναι δῆθεν παγκόσμια, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ παπισμὸς. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δεύτερη διαπίστωση, περὶ τῆς “ἐν τόπῳ φανερώσεως τῆς Μίας, Ἁγίας Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας”, πέρα τοῦ ὅτι εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρο στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μᾶλλον αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπουσίας παραπομπῆς σὲ κάποια πηγή 41 , εἶναι σὰν νὰ ὑποδηλώνεται ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἀοράτου 37 Ἄλλωστε κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς μίας συνόδου: “Σύνοδος δὲ ἁπλῶς εἶναι ἄθροισμα ἀρχιερέων, γινόμενον, ἢ διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν εὐσέβειαν (καὶ εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας), ἢ διὰ νὰ ἀναιρεθῇ μὲ τὰ ὅπλα τῆς εὐσεβείας κᾀμμία ζημία προλαβοῦσα, ἢ μέλλουσα τῆς εὐσεβείας (καὶ άρετῆς).”, Πηδάλιον, σελ. 42. 38 Πρβ. “τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία” (Πρ. 4,32) 39 Μεγάλου Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 32, 117B “Πίστις δὲ καὶ βάπτισμα, δύο τρόποι τῆς σωτηρίας, συμφυεῖς ἀλλήλοις καὶ ἀδιαίρετοι. Πίστις μὲν γὰρ τελειοῦται διὰ βαπτίσματος, βάπτισμα δὲ θεμελιοῦται διὰ τῆς πίστεως, καὶ διὰ τῶν αὐτῶν ὀνομάτων ἑκάτερα πληροῦται.” καὶ ἐπίσης “ Ὥστε τὸ μὲν σῷζον ἡμᾶς ἡ πίστις ἐστίν” ὅ.π. 148D 40 Βλ. ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 665C-668A, “ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία.... μίαν τὴν κατὰ πίστιν ἁπλῆν τε καὶ ἀμερῆ καὶ ἀδιαίρετον σχέσιν (δίδωσι), ...διὰ τὴν τῶν πάντων (τῶν πιστῶν) εἰς αὐτὴν καθολικὴν ἀναφορὰν καὶ συνέλευσιν· ...πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καὶ συννημένων, κατὰ τὴν μίαν ἁπλῆν τε καὶ ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καὶ δύναμιν. Ἦν γὰρ πάντων, φησίν, ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία·” 41 Παρ᾽ ὅλα ταῦτα, πρβ. Ζηζιούλα, Ἰω., Conciliarity and Primacy, “... the one Church in the world realizes her unity in the form of a communion of local Churches. ”, σελ. 28 καὶ λίγο πιὸ κάτω, “… the local Church cannot be “catholic” unless it is in communion with the other local Churches in the world.”, σελ. 29· προφανῶς τὰ
  24. 24. 24 “Ἐκκλησίας”, ἡ ὁποία ὑποστασιοποιεῖται χωροχρονικὰ στὶς τοπικὲς εὐχαριστιακὲς συνάξεις. Τοὐναντίον ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ φανέρωση κάτι ἄλλου, ἀλλὰ εἶναι καὶ μάλιστα πλήρης, ἡ Μία, Ἁγία καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἡ ἀντιπαραδοσιακὴ αὐτὴ νέα θεώρηση περὶ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς φανερώσεων τῆς Μίας Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ἀναγκάζει λοιπὸν καὶ πάλι νὰ στραφοῦμε πρὸς Δυσμὰς ὥστε νὰ κατανοήσουμε τὸ τί κρύβεται ἀπὸ πίσω. Κατ᾽ἀρχὰς γιὰ τοὺς οἰκουμενιστὲς γνωρίζουμε ὅτι ὅταν ἀναφέρονται στὴν “Μία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία” εἶναι ἡ λεγομένη, κατ᾽αὐτοὺς “ἀδιαίρετος Ἐκκλησία”, (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νῦν -δῆθεν- διηρημένη), ἀπηχοῦσα τὴν διευρημένη καὶ ὄχι τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία. Άνατρέχοντας λοιπὸν σὲ κείμενο42 ποὺ ἤδη παραθέσαμε43, στὸ ὁποῖο βρίσκουμε τὴν θέση ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, (δηλαδή, ἡ δῆθεν Μία Ἁγία Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία), εἶναι παροῦσα στὶς διάφορες ἐπιμέρους τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἐπὶ πλέον φανερώνεται σ᾽ αὐτές, γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν (ὁρατές) ἐκφράσεις της44. πατριαρχεία Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων μιᾶς καὶ δὲν κοινωνοῦν μεταξύ τους, κατὰ Ζηζιούλα, δὲν πληροῦν τὸ βασικὸ κριτήριο “καθολικότητος”… 42 Ἐπίσημα θεολογικὰ κείμενα ποὺ νὰ ἀναλύουν, (π.χ. τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), περὶ ἀδιαιρέτου ἐκκλησίας κ.λ.π συναφῶν θεμάτων ΔΕΝ ὑπάρχουν. Τὰ ἀφήνουν σὲ οἰκουμενιστὲς ἀκαδημαϊκοὺς θεολὀγους, (κάποιοι ἀπ᾽ αὐτοὺς τυγχάνουν καὶ ἐπίσκοποι, πλὴν γράφουν ὑπὸ τὴν ἀκαδημαϊκή τους ἰδιότητα), ὥστε στὶς τυχὸν ἀντιδράσεις ἀπαντοῦν ὅτι τὰ γραφόμενα συνιστοῦν προσωπικὲς γνῶμες, καὶ ὄχι τὴν ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως δὲν μποροῦν νὰ κρυφθοῦν στὶς ἐπίσημες κοινὲς Δηλώσεις, ὁμιλίες κ.λ.π οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις, ἐκεῖ τὰ πάντα φανερώνονται... Σημειωτέον ὅτι ὅλες οἱ οἰκουμενιστικὲς θέσεις πρωτοεμφανίζονται στὴ Δύση καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν καὶ οἱ ἡμέτεροι. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς καταφεύγουμε στὶς πηγές, ποὺ ἐξ ἀνάγκης εἶναι δυτικές (καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἄγνωστες στοὺς πολλούς). 43 Congregation For The Doctrine Of The Faith, Letter To The Bishops Of The Catholic Church On Some Aspects Of The Church Understood As Communion, Ρὠμη 28 Μαΐου 1992, βλ. σημ. 21. Τὸ κείμενο ἀπηχεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτάκτου παπικῆς συνόδου τοῦ 1985, κατὰ τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώθηκε καὶ ἐνισχύθηκε ἡ δέσμευση τοῦ παπισμοῦ στὴν ἐκκλησιολογία communio τῆς Β´ Βατικανῆς. 44 “in every particular Church "the one, holy, catholic and apostolic Church of Christ is truly present and active". For this reason, "the universal Church cannot be conceived as the sum of the particular Churches, or as a federation of particular Churches". It is not the result of the communion of the Churches, but, in its essential
  25. 25. 25 Εἶναι νομίζουμε, χαρακτηριστικὴ ἡ ὁμοιότητα τῶν διατυπώσεων (καὶ τῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνὸς κειμένου ἀπὸ τὸ ἄλλο)... στ´.Περὶ ἀναγνωρίσεως τῶνΗ´καὶ Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων Πρὶν ὁλοκληρώσουμε τὸ περίγραμμα τῶν κακοδόξων θέσεων ὅπως παρουσιάζονται στὰ κείμενα τῆς Ἐγκυκλίου, Μηνύματος καὶ Ἀποστολῆς καὶ ἐν σχέσει μὲ τὰ ἤδη ἀναφερθέντα, ὀφείλουμε νὰ κάνουμε καὶ ἕνα σχόλιο στὴν ἑνότητα τῆς Ἐγκυκλίου περὶ Συνόδων (Ἐγκύκλιος 3) ὅπου ἀναφέρονται οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς σύνοδοι διακριτὰ ἀπὸ τὶς θεωρούμενες ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ὡς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικές (ὀνομάζονται Μεγάλες ἀλλὰ ὄχι Οἰκουμενικές)45. Τὸ μήνυμα εἶναι ξεκάθαρο: διακρίνονται οἱ σύνοδοι ὡς ἔχουσες οἰκουμενικὸ ἢ μὴ κῦρος. Τὸ κῦρος ποὺ ἀποδίδεται στὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879 καὶ στὶς ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ Συνόδους τῶν ἐτῶν 1341, 1351 (στὴ σύνοδο 1368 δὲν συμμετεῖχε ὁ ἅγ. Γρηγόριος, ὅπως κακῶς ἀναφέρεται στὴν Ἐγκύκλιο, τὴ συνεκάλεσε ὁ Πατριάρχης καὶ συναγωνιστὴς τοῦ ἁγίου, ὁμοίως ἅγιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος Κόκκινος κατὰ τῶν λατινοφρόνων ἀντι-ἡσυχαστῶν ἀδελφῶν Κυδώνη) εἶναι “καθολικό” ἀλλὰ ὄχι οἰκουμενικό. Τί ἐννοοῦν οἱ “πατέρες” συντάκτες τοῦ κειμένου; Μᾶς τὸ ξεκαθάρισαν οἱ Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας mystery, it is a reality ontologically and temporally prior to every individual particular Church”. (9/a). Καὶ λίγο πιὸ κάτω: “the Church that is one and unique, precedes creation, and gives birth to the particular Churches as her daughters. She expresses herself in them” (9/b). Ἐπίσης, “From the Church, which in its origins and its first manifestation is universal, have arisen the different local Churches, as particular expressions of the one unique Church of Jesus Christ.” (9/c). Νὰ σημειωθεῖ τέλος ὅτι στὸ παπικὸ κείμενο ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ ἡ σύνδεση βαπτισματικῆς θεολογίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας (10/a), ἄλλη μία κοινὴ θέση τῶν οἰκουμενιστῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης. Περισσότερα στὸ τμῆμα γιὰ τὸ κείμενο τῶν Σχέσεων. 45 Ἀναγνωρίζονται ἔτσι οἱ “Μεγάλες Σύνοδοι” ὡς ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο κύρους, διακριτὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο, τὸ οἰκουμενικό.

×