Ce diaporama a bien été signalé.
Nous utilisons votre profil LinkedIn et vos données d’activité pour vous proposer des publicités personnalisées et pertinentes. Vous pouvez changer vos préférences de publicités à tout moment.
Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Α 2 6 / 9 / 2 0 1 4 
ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: 
Κρίσιμα ζητήματα θεσμικού πλαισίου Ο.Τ.Α. – Διοικητικός χειρισμός 
ΕΙ...
2 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ .................................................................................................
3 
6.4 Ποινική ευθύνη. .................................................................................... 73 
6.5 Ειδικέ...
4 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
1. Δημοτικές αρχές. 
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος 1975/2001/2008 ορίζεται, ότ...
5 
Η διάκριση αυτή δεν είναι απόλυτα ακριβής, εκείνο ωστόσο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια είναι μια σταδιακή μεταφο...
6 
αρμοδιότητα στο δήμο, χωρίς να ορίζεται το όργανο που την ασκεί, τότε η συγκεκριμένη αρμοδιότητα ασκείται από το δημοτι...
7 
α. Δικαστικοί λειτουργοί, αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, θρησκευτικοί λειτουργοί. 
Δεν μπο...
8 
ισχύει, εάν τα πρόσωπα αυτά παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα ανακήρυξης των υποψηφίων, δηλαδή αν παραιτη...
9 
Το ίδιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο έχουν και οι υπάλληλοι των δημοτικών ιδρυμάτων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δεν ...
10 
Οι απασχολούμενοι με σύμβαση μίσθωσης έργου του άρθρου 6 του Ν 2527/97, όπως ισχύει, δεν αποκτούν υπαλληλική ιδιότητα ...
11 
Συνεπώς σε περίπτωση παραίτησης που υποβάλλεται με την ειδική διαδικασία της παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010, η λ...
12 
υποχρεωτική παραίτηση μέχρι την επάνοδό τους. Οι εισφορές ασφαλισμένου βαρύνουν τους ενδιαφερόμενους και ο αναγνωριζόμ...
13 
οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης ή Γενικής Διεύθυνσης, χωρίς να εξετάζεται το είδος των καθηκόντων και οι αρμοδιότη...
14 
ε. Πρόσωπα διοίκησης δημοσίων νομικών προσώπων και επιχειρήσεων. 
Πρόσωπα που άσκησαν καθήκοντα διοικητή, υποδιοικητή,...
15 
Η έκπτωση επέρχεται και λόγω αμετάκλητης καταδίκης για απόπειρα τελέσεως των αδικημάτων του άρθρου 236 παρ. 1γ του Ν 3...
16 
Κώλυμα ή ασυμβίβαστο υπάρχει για όσους συνδέονται συμβατικά όχι μόνο με τον ίδιο το δήμο, αλλά και με τα νομικά του πρ...
17 
χαρακτήρα, στον οποίο υπερέχει άλλοτε το προσωπικό (ετερόρρυθμη εταιρεία, συνεταιρισμοί) και άλλοτε το κεφαλαιουχικό σ...
18 
Ο Φ.Π.Α. δεν λαμβάνεται υπ’ όψη για τον υπολογισμό του οικονομικού αντικειμένου της σύμβασης (Γνωμ. ΝΣΚ 473/2000). Η ν...
19 
η. Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, καθηγητές Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. 
Η ιδιότητα και το αξίωμα του δημάρχου, του προέδρου τ...
20 
Αν τα πρόσωπα αυτά γίνουν οφειλέτες του δήμου ή των ανωτέρω νομικών προσώπων μετά την εκλογή τους, οφείλουν να εξοφλήσ...
21 
«Διακανονισμός της οφειλής» θεωρείται η διευκόλυνση τμηματικής καταβολής του χρέους, που προβλέπεται από τις διατάξεις...
22 
τους, αλλά συνεπάγεται, αν μεν πρόκειται για δημοτικό σύμβουλο, την εκλογή του επόμενου κατά τη σειρά των ψήφων υποψηφ...
23 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ 
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΔΗΜΑΡΧΩΝ 
1. Αρμοδιότητες. 
1.1 Εκπροσώπηση του δήμου. 
Σύμφωνα με τις διατάξεις...
24 
Η σύναψη (γραπτών ή προφορικών) συμβάσεων για τις οποίες δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία, μπορεί να θεμελιώσει σε βάρ...
25 
168, ΑΠ 1993/2007 ΝοΒ 2008 σελ. 969, ΑΠ 767/2007 ΝοΒ 2007 σελ. 2159, ΑΠ 975/2006 ΝοΒ 2007 σελ. 2096, ΑΠ 517/2002 και 9...
26 
Στην παρ. 25 του άρθρου 19 του Ν 2386/96 (ΦΕΚ 43/Α) ορίζονται τα εξής: 
«Όπου σε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας προ...
27 
διατάξεις του άρθρου 59 του Ν 3852/2010 ή στο πρόσωπο που αναπληρώνει το δήμαρχο, όταν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται (άρ...
28 
παραλαβών δήμαρχος δεν υπέγραψε ιδιοχείρως αλλά με σφραγίδα (ΑΠ 1119/2005 ΝοΒ 2006 σελ. 596, ΑΠ 445/1999 ΝοΒ 1999 σελ....
29 
Ο δήμαρχος εκδίδει τις βεβαιώσεις μόνιμης κατοικίας (άρθρο 279 Ν 3463/2006). 
Η βεβαίωση που πιστοποιεί την ιδιότητα τ...
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου
Prochain SlideShare
Chargement dans…5
×

Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου

1 338 vues

Publié le

  • Soyez le premier à commenter

Κρίσιμα Ζητήματα Θεσμικού Πλαισίου ΟΤΑ-κος Ιωάννης Θεοδώου

  1. 1. Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Α 2 6 / 9 / 2 0 1 4 ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: Κρίσιμα ζητήματα θεσμικού πλαισίου Ο.Τ.Α. – Διοικητικός χειρισμός ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ
  2. 2. 2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ................................................................................................. 4 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ....................................................................................................... 4 1. Δημοτικές αρχές. ...................................................................................... 4 2. Κωλύματα και ασυμβίβαστα (επιλεκτική αναφορά). ................................. 6 α. Δικαστικοί λειτουργοί, αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, θρησκευτικοί λειτουργοί. ............................................ 7 β. Γενικοί γραμματείς, δημοτικοί υπάλληλοι και δημοτικοί συμπαραστάτες. . 8 γ. Πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι δημοτικών νομικών προσώπων. 12 δ. Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων του δημοσίου και των φορέων του δημόσιου τομέα. ......................................................................................... 12 ε. Πρόσωπα διοίκησης δημοσίων νομικών προσώπων και επιχειρήσεων. 14 στ. Κώλυμα λόγω ποινικής καταδίκης. ....................................................... 14 ζ. Κώλυμα λόγω σύμβασης. ....................................................................... 15 η. Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, καθηγητές Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. ......... 19 θ. Δικαστικοί επιμελητές, άμισθοι ή έμμισθοι υποθηκοφύλακες.................. 19 ι. Οφειλέτες του δήμου και των δημοτικών ΝΠΔΔ ή επιχειρήσεων. ............ 19 ια. Ακύρωση της εκλογής – έκπτωση από το αξίωμα. ................................ 21 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ............................................................................................... 23 ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΔΗΜΑΡΧΩΝ ........................................... 23 1. Αρμοδιότητες. ......................................................................................... 23 1.1 Εκπροσώπηση του δήμου. ................................................................... 23 1.2 Έκδοση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων. ........................................... 28 1.3 Εκτέλεση των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων. ........................ 31 1.4 Βεβαίωση και είσπραξη εσόδων. .......................................................... 32 1.5 Έκδοση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής. ...................................... 34 1.6 Διοίκηση υπηρεσιών και προσωπικού – Προσλήψεις. ......................... 34 1.7 Λοιπές αρμοδιότητες. ........................................................................... 37 2. Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων – εξουσιοδότηση υπογραφής. ..................... 41 3. Αντιδήμαρχοι. ......................................................................................... 43 4. Αναπλήρωση δημάρχου. ....................................................................... 45 5. Δήλωση περιουσιακής κατάστασης. ....................................................... 47 6. Ευθύνες των αιρετών οργάνων. ............................................................. 48 6.1 Δημοσιονομική ευθύνη. ........................................................................ 48 Έννοια υπολόγων. .................................................................................. 62 6.2 Αστική ευθύνη. ..................................................................................... 65 6.3 Πειθαρχική ευθύνη. .............................................................................. 67
  3. 3. 3 6.4 Ποινική ευθύνη. .................................................................................... 73 6.5 Ειδικές περιπτώσεις ευθύνης. .............................................................. 76 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ............................................................................................... 85 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΤΑ ............................................................................ 85 1. Υποχρεωτικός έλεγχος των πράξεων των συλλογικών οργάνων. .......... 85 2. Προσφυγή στον Ελεγκτή Νομιμότητας ή στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. ...................................................................... 90 3. Προσφυγή κατά των αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. ...................................................................... 95 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ............................................................................................... 98 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ............................................. 98 1. Πιστώσεις. .............................................................................................. 98 1.1. Έννοια. ............................................................................................ 98 1.2. Αρχή της ειδικότητας - Κατάτμηση πιστώσεων. ............................. 100 1.3. Μεταφορά πιστώσεων - Αποθεματικό. .......................................... 103 1.4 Διάθεση πιστώσεων. ....................................................................... 105 2. Δημοσιονομικός έλεγχος. ..................................................................... 108 2.1 Προληπτικός έλεγχος δαπανών. ..................................................... 108 2.2 Προληπτικός έλεγχος συμβάσεων. ................................................. 120 2.3 Έλεγχος είσπραξης εσόδων. .......................................................... 133 2.4 Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. ..................................................... 134 2.5. Έλεγχος από την Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων..... 134 2.6. Έλεγχος των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. .............................................................................. 137
  4. 4. 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Δημοτικές αρχές. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος 1975/2001/2008 ορίζεται, ότι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική αυτοτέλεια και ότι οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως ορίζει ο νόμος. Όπως έχει κριθεί κατ’ επανάληψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας (888/1997 ΕΔΔΔ 1997 σελ. 2521, Ολ 3229/87 ΝοΒ 1990 σελ. 736, 3575/86 ΝοΒ 1988 σελ. 195), με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις δεν καθιερώνεται αυτονομία υπέρ των ΟΤΑ, αλλά παρέχεται σε αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, δηλαδή εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα, μέσα στα πλαίσια του νόμου, για τις τοπικές υποθέσεις. Αυτή ακριβώς η εξουσία των δήμων να ρυθμίζουν με αποφάσεις των δικών τους οργάνων τα ζητήματα της αρμοδιότητάς τους, συνιστά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη «διοικητική αυτοτέλεια» των ΟΤΑ. Σύμφωνα εξάλλου με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΧΤΑ), που κυρώθηκε στη χώρα μας με το νόμο 1850/1989 (ΦΕΚ 114/Α), ως τοπική αυτονομία «νοείται το δικαίωμα και η πραγματική ικανότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης να ρυθμίζουν και να διευθύνουν, στα πλαίσια του νόμου με δική τους ευθύνη και προς όφελος του πληθυσμού τους, ένα σημαντικό μέρος των δημοσίων υποθέσεων». Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α), τα όργανα διοίκησης (αρχές) των δήμων είναι το δημοτικό συμβούλιο, η οικονομική επιτροπή, η επιτροπή ποιότητας ζωής, η εκτελεστική επιτροπή και ο δήμαρχος. Από τις δημοτικές αρχές, ο δήμαρχος και η εκτελεστική επιτροπή χαρακτηρίζονται ως «εκτελεστικά» όργανα διοίκησης, ενώ το δημοτικό συμβούλιο και τα λοιπά συλλογικά όργανα ως «αποφασιστικά» ή «βουλευόμενα».
  5. 5. 5 Η διάκριση αυτή δεν είναι απόλυτα ακριβής, εκείνο ωστόσο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια είναι μια σταδιακή μεταφορά αποφασιστικών αρμοδιοτήτων από τα μονομελή στα συλλογικά όργανα διοίκησης, παρ’ όλο που η ανάγκη ταχείας λήψεως των αποφάσεων, εν όψει των διαρκώς αυξανόμενων απαιτήσεων και των αδιάκοπα μεταβαλλόμενων συνθηκών, επιβάλλει ακριβώς το αντίστροφο. Καθένα από τα ανωτέρω όργανα διοίκησης έχει τις δικές του αρμοδιότητες, οι οποίες προβλέπονται από το δημοτικό και κοινοτικό κώδικα (ΔΚΚ) ή άλλες ειδικότερες διατάξεις. Η αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σε ένα όργανο, δεν μπορεί να ασκηθεί νομίμως από άλλο όργανο, εκτός αν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση. Συνεπώς εάν μία αρμοδιότητα που ανήκει π.χ. στο δήμαρχο, ασκηθεί σε συγκεκριμένη περίπτωση από το δημοτικό συμβούλιο ή την οικονομική επιτροπή, η σχετική πράξη του συμβουλίου ή της επιτροπής θα είναι παράνομη. Πέραν τούτου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η πράξη αυτή μπορεί να επισύρει τον καταλογισμό των μελών του δημοτικού συμβουλίου ή της οικονομικής επιτροπής, εάν αφορά στην έγκριση παράνομης δαπάνης, η οποία (έγκριση) παρέχεται μετά την αμφισβήτηση της νομιμότητας της δαπάνης από το δημοτικό ταμία (ΕΣ Κλιμ.Β΄ 191/2011, 1530/2004, ΕΣ Κλιμ. Α΄ 547/1999, 513/1999 κ.ά.). Τα όργανα διοίκησης των ΟΤΑ δεν τελούν μεταξύ τους σε ιεραρχική σχέση, δεν διακρίνονται δηλαδή σε «κατώτερα» και σε «ανώτερα» όργανα διοίκησης. Η μοναδική διάκριση που ισχύει, σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους, είναι η ακόλουθη: - Ο δήμαρχος, η οικονομική επιτροπή, η επιτροπή ποιότητας ζωής και η εκτελεστική επιτροπή ασκούν μόνον όσες αρμοδιότητες προβλέπονται ρητά από το νόμο. Οι αρμοδιότητες των οργάνων αυτών ορίζονται στο νόμο κατά τρόπο περιοριστικό (Γνωμ. ΝΣΚ 229/1982). - Το δημοτικό συμβούλιο είναι το γενικό αποφασιστικό όργανο διοίκησης του δήμου, υπέρ του οποίου συντρέχει το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Δηλαδή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που δεν ανατίθενται ρητά από το νόμο σε άλλο όργανο, σε περίπτωση δε που απονέμεται μία
  6. 6. 6 αρμοδιότητα στο δήμο, χωρίς να ορίζεται το όργανο που την ασκεί, τότε η συγκεκριμένη αρμοδιότητα ασκείται από το δημοτικό συμβούλιο. Για το λόγο αυτό στο άρθρο 65 του Ν 3852/2010 οι αρμοδιότητες του δημοτικού συμβουλίου ορίζονται κατά τρόπο αφαιρετικό: Το δημοτικό συμβούλιο αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν το δήμο, εκτός εκείνων που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της οικονομικής επιτροπής ή άλλου οργάνου του δήμου. Είναι απόλυτα λανθασμένη η άποψη, ότι το δημοτικό συμβούλιο, ως «ανώτερο» όργανο διοίκησης του δήμου, μπορεί νόμιμα να λαμβάνει αποφάσεις και για θέματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της οικονομικής επιτροπής ή άλλου συλλογικού οργάνου του δήμου (βλέπε ΑΠ 507/2008 ΝοΒ 2008 σελ. 1895, ΣτΕ Ολ 4575/96 ΝοΒ 1997 σελ. 501, ΣτΕ 5381/95 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΕΣ Κλιμ. Ε΄ 352/2010, 345/2010, 326/2010, 151/2010, ΕΣ Τμ. VII 253/2010). Το γεγονός ότι τα μέλη της οικονομικής επιτροπής είναι και μέλη του δημοτικού συμβουλίου, δεν νομιμοποιεί την άσκηση των αρμοδιοτήτων της από αυτό, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των παραγράφων 3 ή 4 των άρθρων 72 και 73 του Ν 3852/2010 (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 62170/1994). 2. Κωλύματα και ασυμβίβαστα (επιλεκτική αναφορά). Πέραν των προσόντων εκλογιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 13 του Ν 3852/2010 (δημοτικότητα, ηλικία, ικανότητα του εκλέγειν), για την έγκυρη ανάδειξη των υποψηφίων στα αιρετά αξιώματα της τοπικής αυτοδιοίκησης απαιτείται επιπλέον, να μη συντρέχουν στο πρόσωπό τους τα κωλύματα ή ασυμβίβαστα των άρθρων 14 και 15 του ίδιου νόμου ή άλλων διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας. Κωλύματα ή ασυμβίβαστα είναι ιδιότητες ή επαγγελματικές δραστηριότητες και νομικές σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, όπως μαρτυρούν και οι λέξεις, αν μεν προϋπάρχουν της εκλογής, την εμποδίζουν (κωλύουν), αν δε έπονται της εκλογής, αποκλείουν (καθιστούν ασυμβίβαστη) την παράλληλη διατήρηση του αξιώματος που αποκτήθηκε. Αναλυτικά, για τα κωλύματα και ασυμβίβαστα των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, ισχύουν τα ακόλουθα :
  7. 7. 7 α. Δικαστικοί λειτουργοί, αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, θρησκευτικοί λειτουργοί. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων και εκπρόσωποι των τοπικών κοινοτήτων, οι δικαστικοί λειτουργοί, οι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και οι θρησκευτικοί λειτουργοί των γνωστών θρησκειών (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. α΄ Ν 3852/2010). Οι ιατροδικαστές δεν περιλαμβάνονται στους δικαστικούς λειτουργούς (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26- 08-2010). Αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, για τους οποίους ισχύει το ανωτέρω κώλυμα, θεωρούνται μόνο οι εν ενεργεία μόνιμοι αξιωματικοί και όχι οι έφεδροι αξιωματικοί που εκπληρώνουν τη στρατιωτική τους θητεία (Γνωμ. ΝΣΚ 201/1996, Εγκ.Υπ.Εσωτ. 26052/23-4-1987, Δ.Τσάτσου – Πρ.Παυλόπουλου, Κωλύματα και ασυμβίβαστα κατά τον δημοτικό και κοινοτικό κώδικα, Γνωμοδ., ΕΔΔΔ 1987, σελ. 5). Οι οπλίτες, οι δόκιμοι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του πυροσβεστικού και του λιμενικού σώματος, δεν εμπίπτουν στο κώλυμα αυτό (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26-08- 2010, Γνωμ. ΝΣΚ 255/2002). Δεν εμπίπτουν επίσης στο κώλυμα οι συνοριακοί φύλακες του νόμου 2622/98 και οι ειδικοί φρουροί του άρθρου 9 του νόμου 2734/99 (Μαυρίκα Νικ., Προσόντα – Κωλύματα εκλογιμότητας – Ασυμβίβαστα, 2008, σελ. 44). Στο κώλυμα της παρ. 1α του άρθρου 14 του Ν 3852/2010 εμπίπτουν οι θρησκευτικοί λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών και όχι μόνο αυτοί της επικρατούσας Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Συνεπώς έχουν κώλυμα και οι ιμάμηδες ως θρησκευτικοί λειτουργοί της μουσουλμανικής θρησκείας (ΣτΕ 2661/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 517, ΣτΕ 3703/95 ΔιΔικ 1996 σελ.1245). Για τους θρησκευτικούς λειτουργούς το κώλυμα είναι απόλυτο και δεν αίρεται σε καμμία περίπτωση (άρθρο 14 παρ. 7 εδάφιο τελευταίο Ν 3852/2010). Το κώλυμα που προβλέπεται για τους δικαστικούς λειτουργούς και τους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, παύει να
  8. 8. 8 ισχύει, εάν τα πρόσωπα αυτά παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα ανακήρυξης των υποψηφίων, δηλαδή αν παραιτηθούν μέχρι τη 15η ημέρα πριν από την ψηφοφορία. Απαιτείται όμως επιπλέον να μην έχουν υπηρετήσει στα διοικητικά όρια του δήμου, όπου θα υποβάλουν υποψηφιότητα, μέσα στο εικοσιτετράμηνο (24μηνο) χρονικό διάστημα που προηγείται της ημερομηνίας ανακήρυξης των υποψηφίων (άρθρο 14 παρ. 7 Ν 3852/2010). Η παραίτηση για τη συμμετοχή στις εκλογές επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ο οποίος την υποβάλλει αμέσως στην αρχή που είναι αρμόδια να την αποδεχθεί. Η παραίτηση θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή από την επίδοσή της και δεν μπορεί να ανακληθεί (άρθρο 14 παρ. 7 Ν 3852/2010), σε περίπτωση δε που χωρήσει μεταγενέστερη ανάκληση της παραίτησης, αυτή (η ανάκληση) δεν λαμβάνεται υπ’ όψη (βλέπε ΑΕΔ 26/2008 ΕΔΔΔΔ 2009 σελ. 899). Παράλληλα με τον ανωτέρω ειδικό τρόπο, η παραίτηση από τη θέση που δημιουργεί κώλυμα εκλογιμότητας, μπορεί να γίνει και κατά τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για την παραίτηση από τη συγκεκριμένη θέση (βλέπε ΑΕΔ 10/2000 ΔιΔικ 2001 σελ. 776), αρκεί αυτή να έχει ολοκληρωθεί πλήρως πριν από την ημερομηνία ανακήρυξης των υποψηφίων, λαμβανομένης υπ’ όψη και της πρόσθετης προϋπόθεσης ως προς τον τόπο που υπηρέτησε ο παραιτηθείς κατά το προηγούμενο εικοσιτετράμηνο. Ειδικές διατάξεις που απαγορεύουν την υποβολή ή την αποδοχή της παραίτησης ή περιορίζουν το δικαίωμα των ανωτέρω προσώπων να παραιτηθούν ή την αρμοδιότητα της αρχής να αποδεχθεί την παραίτησή τους, εξακολουθούν να ισχύουν (άρθρο 14 παρ. 7 Ν 3852/2010). β. Γενικοί γραμματείς, δημοτικοί υπάλληλοι και δημοτικοί συμπαραστάτες. Γενικοί γραμματείς των δήμων, δημοτικοί συμπαραστάτες και δημοτικοί υπάλληλοι με οποιαδήποτε σχέση εργασίας (μόνιμοι, ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, πλήρους ή μερικής απασχόλησης), δεν μπορούν να εκλεγούν στους δήμους όπου υπηρετούν, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που είναι αποσπασμένοι σε αυτούς (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. β΄ Ν 3852/2010).
  9. 9. 9 Το ίδιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο έχουν και οι υπάλληλοι των δημοτικών ιδρυμάτων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δεν μπορούν δηλαδή να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα στο δήμο που έχει συστήσει το ίδρυμα ή το νομικό πρόσωπο. Επίσης, οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (επιχειρήσεων, κοινωφελών ιδρυμάτων κ.λ.π.) δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα στο δήμο που έχει συστήσει το νομικό πρόσωπο ή συμμετέχει σε αυτό, με εξαίρεση τις αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. γ΄ Ν 3852/2010). Το ανωτέρω κώλυμα ή ασυμβίβαστο ισχύει και για τους υπαλλήλους των διαδημοτικών ΝΠΔΔ και συνδέσμων ΟΤΑ, οι οποίοι δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα σε όλους τους δήμους που συμμετέχουν στο ΝΠΔΔ ή σύνδεσμο (ΣτΕ 2874/2006 ΕΔΔΔΔ 2008 σελ. 1022, Γνωμ. ΝΥΔ 695/1986 ΕΔΔ 1986 σελ. 130, Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26-08-2010). Το κώλυμα ή ασυμβίβαστο καταλαμβάνει και τα πρόσωπα των μετακλητών υπαλλήλων, δεδομένου ότι και γι’ αυτά συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης του συγκεκριμένου κωλύματος, δηλαδή η προστασία του δημοσίου συμφέροντος από τον ψυχολογικό επηρεασμό που είναι δυνατό να ασκήσουν στο εκλογικό σώμα, τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσια θέση στο δήμο όπου υποβάλλουν υποψηφιότητα (ΣτΕ 117/2004 ΝοΒ 2004 σελ. 1858). Συνεπώς όχι μόνο οι γενικοί γραμματείς των δήμων, που αναφέρονται ρητά στο νόμο, αλλά και οι ειδικοί σύμβουλοι, οι ειδικοί συνεργάτες και οι επιστημονικοί συνεργάτες, δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα στο δήμο όπου υπηρετούν (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26-08-2010). Υπάλληλοι άλλων ΟΤΑ, υπάλληλοι αστικών εταιρειών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και υπάλληλοι του δημοσίου ή φορέων του δημόσιου τομέα δεν έχουν το ανωτέρω κώλυμα ή ασυμβίβαστο (ΣτΕ 3323/2003 ΝοΒ 2005 σελ. 599), με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010, που αναφέρονται στους προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων. Δεν έχουν επίσης κώλυμα οι υπάλληλοι των οποίων ο διορισμός ακυρώθηκε αναδρομικά με δικαστική απόφαση, έστω και αν εκκρεμεί κατ’ αυτής έφεση χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα (βλέπε ΑΕΔ 13/2000 ΔιΔικ 2001 σελ. 786).
  10. 10. 10 Οι απασχολούμενοι με σύμβαση μίσθωσης έργου του άρθρου 6 του Ν 2527/97, όπως ισχύει, δεν αποκτούν υπαλληλική ιδιότητα και συνεπώς δεν εμπίπτουν στο κώλυμα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010. Εμπίπτουν όμως στο κώλυμα λόγω σύμβασης της παρ. 3α του άρθρου 14 του ίδιου νόμου (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26-08-2010). Παλαιότερα είχε γίνει δεκτό, ότι οι απασχολούμενοι με σύμβαση μίσθωσης έργου στα ΚΕΠ δεν έχουν το ανωτέρω κώλυμα ή ασυμβίβαστο (Γνωμ. ΝΣΚ 176/2003). Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται με πάγια αντιμισθία σε οργανικές θέσεις, δεν θεωρούνται μεν «υπάλληλοι» των ΟΤΑ, αφού απασχολούνται με σχέση εντολής και όχι με σχέση εργασίας, καταλαμβάνονται όμως από το κώλυμα της παρ. 3α του άρθρου 14 του Ν 3852/2010 (κώλυμα από σύμβαση). Συνεπώς εκπίπτει από το αξίωμα ο δημοτικός σύμβουλος, που προσλαμβάνεται με πάγια αντιμισθία ή γενικότερα συνδέεται με συμβατική σχέση εντολής με το δήμο, στον οποίο έχει εκλεγεί (ΣτΕ 4703/96 ΕλλΔνη 1997 σελ. 949, Γνωμ. ΝΣΚ 81/1967). Αντίθετα, σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση 493/1996 του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν απαγορεύεται σε δημοτικό σύμβουλο να προσληφθεί ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία στο δήμο, όπου έχει εκλεγεί. Οι υπάλληλοι, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, των δήμων που συνενώνονται σε έναν δήμο, δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα στο νέο δήμο που προκύπτει από τη συνένωση (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. δ΄ Ν 3852/2010). Το κώλυμα που προβλέπεται για τους υπαλλήλους του δήμου ή των νομικών του προσώπων και τους δημοτικούς συμπαραστάτες, παύει να ισχύει, εάν αυτοί παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα ανακήρυξης των υποψηφίων. Η παραίτηση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ο οποίος την υποβάλλει αμέσως στην αρχή που είναι αρμόδια να την αποδεχθεί. Η παραίτηση θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή από την επίδοσή της και δεν μπορεί να ανακληθεί (άρθρο 14 παρ. 7 Ν 3852/2010). Η επίδοση του εγγράφου με δικαστικό επιμελητή δεν αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας της παραίτησης (βλέπε ΑΕΔ 26/2008 ΕΔΔΔΔ 2009 σελ. 899).
  11. 11. 11 Συνεπώς σε περίπτωση παραίτησης που υποβάλλεται με την ειδική διαδικασία της παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010, η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται με την έγκυρη επίδοσή της και η πράξη αποδοχής της παραίτησης έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/26-08- 2010). Παράλληλα με τον ανωτέρω ειδικό τρόπο, η παραίτηση από τη θέση που δημιουργεί κώλυμα εκλογιμότητας, μπορεί να γίνει και κατά τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για την παραίτηση από τη συγκεκριμένη θέση (βλέπε ΑΕΔ 10/2000 ΔιΔικ 2001 σελ. 776). Εάν πρόκειται για υπαλλήλους, η διαδικασία της παραίτησης πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από την ημερομηνία ανακήρυξης των υποψηφίων, δηλαδή να έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης η πράξη αποδοχής της παραίτησης και να έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 33681/18-07-1994). Ο συμπαραστάτης του δημότη υποβάλλει την παραίτησή του στο οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 54 παρ. 4 Ν 3852/2010). Δημοτικοί υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικά, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά περίπτωση εκλογική νομοθεσία, για να συμμετάσχουν σε οποιεσδήποτε εκλογές, επανέρχονται αυτοδικαίως στην ενεργό υπηρεσία εάν δεν εκλεγούν ή, εφόσον εξελέγησαν, όταν λήξει για οποιοδήποτε λόγο η θητεία τους. Η αίτηση επανόδου υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από την ανακήρυξη των επιτυχόντων ή από τη λήξη της θητείας. Αν η υπηρεσία από την οποία ο υπάλληλος παραιτήθηκε, δεν υφίσταται κατά το χρόνο επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στο φορέα όπου έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής. Εάν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος επανέρχεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του (άρθρο 18 παρ. 5 και 5α Ν 1735/87, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν 3231/2004, ΦΕΚ 45/Α, και από το άρθρο 32 του Ν 4257/2014). Οι υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικά από την υπηρεσία τους για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε οποιεσδήποτε εκλογές και σε περίπτωση μη εκλογής τους επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 18 του Ν 1735/1987, όπως ισχύουν, δύνανται να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο από το δημόσιο το χρόνο από την
  12. 12. 12 υποχρεωτική παραίτηση μέχρι την επάνοδό τους. Οι εισφορές ασφαλισμένου βαρύνουν τους ενδιαφερόμενους και ο αναγνωριζόμενος χρόνος σε καμιά περίπτωση δεν δύναται να υπερβεί το ένα έτος. Ο χρόνος που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος από το δημόσιο, λογίζεται και ως χρόνος ασφάλισης από τα ταμεία επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας με καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τους ενδιαφερόμενους (άρθρο 8 παρ. 16 και 19 Ν 2592/98). γ. Πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι δημοτικών νομικών προσώπων. Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων των δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξαιρουμένων των ιδρυμάτων, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του αιρετού, έχουν κώλυμα εκλογής στο δήμο που έχει συστήσει το νομικό πρόσωπο. Το κώλυμα ή ασυμβίβαστο συντρέχει και για τους διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που έχει συστήσει ή στα οποία συμμετέχει ο δήμος, με εξαίρεση τις αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ.γ΄ Ν 3852/2010). Το κώλυμα παύει να υφίσταται, εάν τα ανωτέρω πρόσωπα παραιτηθούν από τη θέση τους πριν από την ημέρα ανακήρυξης των υποψηφίων (άρθρο 14 παρ. 7 Ν 3852/2010). δ. Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων του δημοσίου και των φορέων του δημόσιου τομέα. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά δημοτικά όργανα οι υπάλληλοι με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του δημοσίου, των περιφερειών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, των δημοσίων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το δημόσιο, με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, στους δήμους στα διοικητικά όρια των οποίων άσκησαν καθήκοντα προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης, μέσα στο τελευταίο πριν από τη διενέργεια των εκλογών δεκαοκτάμηνο (άρθρο 14 παρ.1 περίπτ. ε΄ Ν 3852/2010). Για τη συνδρομή του κωλύματος ή του ασυμβίβαστου αρκεί η κατοχή θέσης προϊσταμένου, προβλεπόμενης από τις οικείες οργανικές διατάξεις, σε
  13. 13. 13 οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης ή Γενικής Διεύθυνσης, χωρίς να εξετάζεται το είδος των καθηκόντων και οι αρμοδιότητες που ασκεί η οργανική μονάδα (ΣτΕ 610/2009, ΣτΕ 3096/2008 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, Γνωμ. ΝΣΚ 255/2008, Εγκ. Υπ. Εσωτ. 48648/2010). Δεν συντρέχει κώλυμα στο πρόσωπο υποψηφίων που άσκησαν ως αναπληρωτές προσωρινά και ευκαιριακά καθήκοντα προϊσταμένου (ΣτΕ 4198/95 ΔιΔικ 1996 σελ. 1271) ή στο πρόσωπο υποψηφίων που είχαν μεν την ιδιότητα του προϊσταμένου, αλλά δεν άσκησαν κατά το τελευταίο πριν από τις εκλογές δεκαοκτάμηνο τα καθήκοντά τους, επειδή τελούσαν σε αργία ή διαθεσιμότητα ή αναρρωτική ή άλλη άδεια ή απόσπαση κ.λ.π. (βλέπε ΑΕΔ 14/2000 ΔιΔικ 2001 σελ. 788). Σύμφωνα με την Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών 48648/26-08-2010, η άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να επιλεγεί νέος προϊστάμενος στη θέση που έχει κενωθεί, συνιστά κώλυμα, εφόσον η διάρκεια της αναπλήρωσης εκτείνεται στο κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές. Δεν υπάγονται στο κώλυμα οι διευθυντές των σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. ε΄ Ν 3852/2010). Το ίδιο ισχύει και για τους προϊσταμένους των Γραφείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεδομένου ότι πρόκειται για οργανικές μονάδες επιπέδου Τμήματος και όχι Διεύθυνσης (Γνωμ. ΝΣΚ 588/2006). Καταλαμβάνονται όμως από το κώλυμα οι Περιφερειακοί Διευθυντές εκπαίδευσης και οι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του νομού (Γνωμ. ΝΣΚ 588/2006, Έγγρ. ΥΠΕΠΘ 1719/Δ1/2007). Ο ιατροί του ΕΣΥ θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι για την εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν 3852/2010 (βλέπε ΑΕΔ 9/2000 ΔιΔικ 2001 σελ. 774). Στην περίπτωση αυτή ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης θεωρείται ο ιατρός που προΐσταται της ιατρικής υπηρεσίας κάθε νοσοκομείου, δεν καταλαμβάνονται δηλαδή από το κώλυμα οι διευθυντές τμημάτων, μονάδων, κλινικών και εργαστηρίων του νοσοκομείου. Προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης θεωρούνται και οι διευθυντές των Κέντρων Υγείας (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. ε΄ Ν 3852/2010, Εγκ. Υπ.Εσωτ. 45349/28-8-2006).
  14. 14. 14 ε. Πρόσωπα διοίκησης δημοσίων νομικών προσώπων και επιχειρήσεων. Πρόσωπα που άσκησαν καθήκοντα διοικητή, υποδιοικητή, προέδρου διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, οι οποίοι δεν είναι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης ή δεν έχουν εκλεγεί στα ανωτέρω αξιώματα, δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι αιρετά όργανα στους δήμους όπου έχουν την έδρα τους τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, εφόσον είχαν μια από τις παραπάνω ιδιότητες μέσα στο τελευταίο δεκαοκτάμηνο πριν από τη διενέργεια των εκλογών (άρθρο 14 παρ. 1 περίπτ. στ΄ Ν 3852/2010, όπως ισχύει). στ. Κώλυμα λόγω ποινικής καταδίκης. Συντρέχει κώλυμα εκλογιμότητας για όσους έχουν εκπέσει από το αιρετό αξίωμά τους, σύμφωνα με το άρθρο 236 παρ. 1 περίπτ. γ΄ του Ν 3852/2010, όπως ισχύει, κατόπιν αμετάκλητης καταδίκης για οποιοδήποτε κακούργημα ή για τα αδικήματα της παραχάραξης, κιβδηλείας, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, δωροδοκίας, εκβίασης, κλοπής, υπεξαίρεσης, απιστίας, απάτης, καταπίεσης, αιμομιξίας, μαστροπείας, σωματεμπορίας, παράνομης διακίνησης αλλοδαπών, παράβασης της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών και της λαθρεμπορίας. Το ίδιο ισχύει και επί αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση καθήκοντος, εφόσον κατά τη διάπραξη του αδικήματος αυτού προξενείται οικονομική βλάβη στο δήμο ή στα νομικά του πρόσωπα. Το κώλυμα υφίσταται για την επόμενη της έκπτωσης δημοτική περίοδο (άρθρο 14 παρ. 2 Ν 3852/2010). Ποινική καταδίκη για αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά, τα οποία κατά τρόπο περιοριστικό αναφέρονται στην παρ. 1γ του άρθρου 236 του Ν 3852/2010, δεν συνεπάγεται τη έκπτωση του καταδικασθέντος και δεν κωλύει την εκλογή του (Γνωμ. Νομ. Δ/νσης Υπ. Εσωτ. 393/1987, Εγκ. Υπ. Εσωτ. 38201/06-05-1969).
  15. 15. 15 Η έκπτωση επέρχεται και λόγω αμετάκλητης καταδίκης για απόπειρα τελέσεως των αδικημάτων του άρθρου 236 παρ. 1γ του Ν 3852/2010 (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 38201/06-05-1969). Με εξαίρεση την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010, γενικό κώλυμα λόγω ποινικής καταδίκης δεν υφίσταται, εκτός αν λόγω της καταδίκης αυτής ο υποψήφιος στερήθηκε των πολιτικών του δικαιωμάτων (ΣτΕ 4057/99 ΔιΔικ 2000 σελ. 992). ζ. Κώλυμα λόγω σύμβασης. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικής ή τοπικής κοινότητας ή εκπρόσωποι τοπικών κοινοτήτων, όποιοι συνδέονται με το δήμο ή τα νομικά του πρόσωπα, πλην των συνδέσμων, με σύμβαση προμήθειας, παροχής υπηρεσιών, εκτέλεσης έργου, παραχώρησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης δημοτικού έργου ή δημοτικής υπηρεσίας, συνολικού ύψους άνω των 5.000,00 ευρώ ετησίως (άρθρο 14 παρ. 3 περίπτ. α΄ Ν 3852/2010). Το ίδιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο ισχύει και για τους προέδρους και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, τους γενικούς διευθυντές, διαχειριστές, μετόχους και εταίρους κεφαλαιουχικών εταιρειών, που συμβάλλονται με το δήμο, εφόσον το ποσοστό συμμετοχής τους στις εταιρείες υπερβαίνει το 5% του συνολικού κεφαλαίου της εταιρείας, για τους εταίρους των προσωπικών εταιρειών και για τα κοινοπρακτούντα πρόσωπα (άρθρο 14 παρ. 3 περίπτ. β΄ Ν 3852/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το κώλυμα ή ασυμβίβαστο αφορά τις συμβάσεις με τον ίδιο το δήμο και όχι με τα νομικά του πρόσωπα (Γνωμ. ΝΣΚ 7/2010). Αν ο δήμος συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην επιχείρηση που συμβάλλεται, δεν υπάρχει ασυμβίβαστο για τους εκπροσώπους του δήμου σε δημόσιες ή δημοτικές επιχειρήσεις (άρθρο 14 παρ. 3 Ν 3852/2010). Μπορούν να εκλεγούν ή να είναι μέλη των δημοτικών αρχών τα μέλη της διοίκησης και οι υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας, που συνδέονται με το δήμο με σύμβαση, η οποία είναι σχετική με το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους (άρθρο 14 παρ. 6 Ν 3852/2010).
  16. 16. 16 Κώλυμα ή ασυμβίβαστο υπάρχει για όσους συνδέονται συμβατικά όχι μόνο με τον ίδιο το δήμο, αλλά και με τα νομικά του πρόσωπα τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού δικαίου, αφού ο νόμος δεν διακρίνει σχετικά. Παράλληλα, ο χαρακτήρας της σύμβασης προσδιορίζεται ειδικά, έτσι ώστε να μην αποτελεί κώλυμα οποιαδήποτε σύμβαση, αλλά μόνο αυτή που εμπίπτει στις κατηγορίες συμβάσεων που ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 14 του Ν 3852/2010. Έτσι, οι συμβάσεις μίσθωσης ή εκμίσθωσης κινητών και ακινήτων και οι εγγυητικές συμβάσεις δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες συμβάσεων της παρ. 3α του άρθρου 14 του Ν 3852/2010. Δεν περιλαμβάνονται επίσης οι συμβάσεις εκποίησης κινητών και ακινήτων. Για το λόγο αυτό η διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι δεν αποτελεί ασυμβίβαστο η σύμβαση αγοράς δημοτικών ακινήτων, εφόσον η εκποίηση έγινε ύστερα από πλειοδοτική δημοπρασία, δεν εναρμονίζεται με τις διατάξεις της παρ. 3α του άρθρου αυτού. Προκύπτει ωστόσο από αυτή, ότι εάν η εκποίηση δεν έγινε με δημοπρασία αλλά με άλλο τρόπο (π.χ. με τη διαδικασία του άρθρου 187 του ΔΚΚ), υπάρχει ασυμβίβαστο. Στην παρ. 7 του άρθρου 163 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Ν 3584/2007, ΦΕΚ 143/Α) ορίζεται ότι εάν επιτραπεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης η άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος στον ειδικό ή επιστημονικό συνεργάτη του δήμου, «έχει ανάλογη εφαρμογή η παρ. 3 περ. Α΄ του άρθρου 29 του Ν 3463/2006». Δηλαδή ο ειδικός ή επιστημονικός συνεργάτης θα έχει το κώλυμα ή ασυμβίβαστο της διάταξης αυτής (κώλυμα λόγω σύμβασης). Οι ειδικοί ή επιστημονικοί συνεργάτες είναι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς εμπίπτουν στο κώλυμα της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν 3852/2010 (κώλυμα λόγω υπαλληλικής σχέσης). Συνεπώς η έννοια της ανωτέρω διάταξης είναι, ότι εάν επιτραπεί η άσκηση του επαγγέλματος, δεν μπορεί ο ειδικός ή επιστημονικός συνεργάτης να συνάψει σύμβαση, ως ελεύθερος επαγγελματίας, με το δήμο όπου υπηρετεί ή με τα νομικά του πρόσωπα, αξίας μεγαλύτερης των 5.000 ευρώ ετησίως. Οι εταιρείες του εμπορικού δικαίου διακρίνονται σε «προσωπικές» και σε «κεφαλαιουχικές». Κατεξοχήν προσωπική είναι η ομόρρυθμη εταιρεία, ενώ κατεξοχήν κεφαλαιουχική είναι η ανώνυμη. Οι λοιπές εταιρείες έχουν μικτό
  17. 17. 17 χαρακτήρα, στον οποίο υπερέχει άλλοτε το προσωπικό (ετερόρρυθμη εταιρεία, συνεταιρισμοί) και άλλοτε το κεφαλαιουχικό στοιχείο (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ετερόρρυθμη κατά μετοχές εταιρεία). Στις προσωπικές εταιρείες το κώλυμα ή ασυμβίβαστο συντρέχει στο πρόσωπο όλων των εταίρων. Το ίδιο ισχύει και για τις αστικές εταιρείες του άρθρου 784 του Αστικού Κώδικα (Γνωμ. ΝΣΚ 53/1992). Στις κεφαλαιουχικές εταιρείες το κώλυμα ή ασυμβίβαστο συντρέχει στο πρόσωπο: α) των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε., β) του διαχειριστή της Α.Ε., δηλαδή του τρίτου (διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου) στον οποίο έχει ανατεθεί απ’ ευθείας από το καταστατικό ή από το Δ.Σ. η εκπροσώπηση της εταιρείας, γ) του διαχειριστή (εταίρου ή μη) της ΕΠΕ, που εκπροσωπεί την εταιρεία και διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις, δ) των μετόχων ή εταίρων (Γνωμ. ΝΣΚ 267/2005). Πρόσθετη προϋπόθεση αποτελεί η κατοχή ποσοστού πάνω από 5% του κεφαλαίου της εταιρείας. Σύμφωνα με τις εγκυκλίους του Υπουργείου Εσωτερικών 36185/30-6-2006 και 62571/9-12-2004, η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται σε όλα τα ανωτέρω πρόσωπα, δηλαδή τόσο στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τους διαχειριστές κ.λ.π. όσο και στους απλούς μετόχους ή εταίρους. Όπως προκύπτει όμως από την εισηγητική έκθεση του νόμου 3274/2004, οι διατάξεις του άρθρου 28 του οποίου μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες στον ισχύοντα ΔΚΚ και στη συνέχεια στο νόμο 3852/2010, η πρόσθετη αυτή προϋπόθεση αναφέρεται μόνο στους απλούς μετόχους ή εταίρους, τους οποίους ο νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να απαλλάξει του κωλύματος, διότι δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στη διοίκηση και λειτουργία της εταιρείας και συνεπώς δεν μπορούν να εκμεταλλευθούν προς ίδιον όφελος το αιρετό αξίωμά τους (βλέπε ΣτΕ 1456/2006 ΕΔΔΔΔ 2008 σελ. 484). Οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης θεωρείται η συμφωνηθείσα και περιεχόμενη στη σύμβαση οικονομική αντιπαροχή (συμβατική αμοιβή) και όχι το προϋπολογιζόμενο ποσό ή το καθαρό ποσό (κέρδος) που εισέπραξε τελικά ο συμβαλλόμενος (ΣτΕ 1657/95 ΔιΔικ 1995 σελ. 965), εάν υπάρχουν δε περισσότερες συμβάσεις κατά τη διάρκεια του έτους, λαμβάνεται υπ’ όψη το συνολικό ποσό και όχι το ποσό κάθε σύμβασης χωριστά (ΣτΕ 1842/2006, 1533/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ).
  18. 18. 18 Ο Φ.Π.Α. δεν λαμβάνεται υπ’ όψη για τον υπολογισμό του οικονομικού αντικειμένου της σύμβασης (Γνωμ. ΝΣΚ 473/2000). Η νομιμότητα ή μη της διαδικασίας κατάρτισης της σύμβασης δεν εξετάζεται, ενώ η παράλειψη σύνταξης και υπογραφής γραπτής σύμβασης (συμφωνητικού) δεν επηρεάζει τη συνδρομή του κωλύματος ή ασυμβίβαστου (ΣτΕ 1842/2006 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ). Κρίσιμος χρόνος συνδρομής ή μη του κωλύματος εκλογιμότητας είναι η ημερομηνία ανακήρυξης των υποψηφίων (ΣτΕ 2225/2007 ΔιΔικ 2009 σελ. 235, ΣτΕ 1534/2007 ΔιΔικ 2008 σελ. 1527, ΣτΕ 3599/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 1320). Συνεπώς εάν η σύμβαση έχει εκτελεσθεί και η διάρκειά της έχει λήξει πριν από την ημερομηνία αυτή, δεν υπάρχει κώλυμα, έστω και αν δεν έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα που προέβλεπε η σύμβαση (ΣτΕ 1728/2006, ΣτΕ 1557/2004 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΣτΕ 3674/96 ΔιΔικ 1998 σελ. 1501, ΣτΕ 4763/87 ΔιΔικ 1989 σελ. 659, ΤρΔΠρΣερ 230/1994 Αρμεν 1995 σελ. 828). Ισχύει ωστόσο το ασυμβίβαστο, για όσους είχαν συνάψει σύμβαση πριν από την εκλογή τους και συνεχίζουν μετά από αυτή να συνδέονται με την ίδια συμβατική σχέση. Η λύση της σύμβασης σε χρόνο μεταγενέστερο της εγκατάστασης της νέας δημοτικής αρχής δεν αίρει το ασυμβίβαστο (ΣτΕ 1902/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ). Όταν πρόκειται για σύμβαση εκτέλεσης τεχνικού έργου, το κώλυμα υφίσταται εάν κατά το χρόνο ανακήρυξης των υποψηφίων δεν έχει γίνει η προσωρινή ή οριστική παραλαβή του. Η βεβαίωση περαίωσης του έργου από την αρμόδια Τεχνική Υπηρεσία δεν αρκεί για την άρση του κωλύματος (ΣτΕ 3464/2007 ΔιΔικ 2009 σελ. 1019). Ο τρόπος και η διαδικασία με την οποία υπεγράφη η σύμβαση, η τυχόν μοναδικότητα του αναδόχου και οι τυχόν επείγουσες ή απρόβλεπτες ανάγκες που εξυπηρετεί η σύμβαση, δεν εξετάζονται (ΣτΕ 1533/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, Γνωμ. ΝΣΚ 176/1997). Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση και η επιστροφή των εισπραχθέντων βάσει της σύμβασης χρηματικών ποσών δεν ασκεί επιρροή και δεν αίρει το ασυμβίβαστο (Γνωμ. ΝΣΚ 229/2009 και 361/2001).
  19. 19. 19 η. Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, καθηγητές Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Η ιδιότητα και το αξίωμα του δημάρχου, του προέδρου της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας, του εκπροσώπου της τοπικής κοινότητας και οποιουδήποτε άλλου αιρετού οργάνου των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ, δεν αποτελεί λόγο ασυμβίβαστου ή αναστολής άσκησης του λειτουργήματός τους για τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους, τα μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων και τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) των ΤΕΙ, συμπεριλαμβανομένου του ειδικού διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού (άρθρο 14 παρ. 14 Ν 3852/2010). Δεν είναι ασυμβίβαστη ή πειθαρχικώς ελεγκτέα η άσκηση από δικηγόρο – δημοτικό σύμβουλο, για λογαριασμό τρίτου (εντολέα), ενδίκων μέσων, τα οποία στρέφονται κατά του δήμου στον οποίο έχει εκλεγεί (Γνωμ. Νομ. Συμβ. Υπ. Εσωτ. 254/2004). θ. Δικαστικοί επιμελητές, άμισθοι ή έμμισθοι υποθηκοφύλακες. Ο δικαστικός επιμελητής δεν κωλύεται να είναι υποψήφιος, σε περίπτωση όμως που εκλεγεί δήμαρχος, τελεί σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του (άρθρο 41 παρ. 2 Ν 2318/95, ΦΕΚ 126/Α). Δεν έχουν κώλυμα ή ασυμβίβαστο οι άμισθοι ή έμμισθοι υποθηκοφύλακες (Γνωμ. ΕισΑΠ 3/1999, Εγκ. Υπ. Εσωτ. 36185/30-6-2006). ι. Οφειλέτες του δήμου και των δημοτικών ΝΠΔΔ ή επιχειρήσεων. Δεν μπορούν να είναι δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και εκπρόσωποι τοπικών κοινοτήτων, όποιοι είναι, από οποιαδήποτε αιτία και για οποιοδήποτε ποσό, οφειλέτες του δήμου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του δήμου, της ΔΕΥΑ και των κοινωφελών επιχειρήσεων του δήμου αυτού (άρθρο 15 παρ.1 Ν 3852/2010). Αν ένας οφειλέτης του δήμου, των ΝΠΔΔ του δήμου, της ΔΕΥΑ ή των κοινωφελών επιχειρήσεων του δήμου εκλεγεί δήμαρχος, δημοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και εκπρόσωπος τοπικής κοινότητας, οφείλει να εξοφλήσει την οφειλή του έως την ημέρα εγκατάστασης των νέων δημοτικών αρχών (άρθρο 15 παρ. 2 Ν 3852/2010).
  20. 20. 20 Αν τα πρόσωπα αυτά γίνουν οφειλέτες του δήμου ή των ανωτέρω νομικών προσώπων μετά την εκλογή τους, οφείλουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους μέσα σε προθεσμία δύο μηνών αφότου κατέστη οριστική η βεβαίωση της οφειλής και έλαβαν γνώση αυτής ή, σε περίπτωση άσκησης ενδίκων βοηθημάτων, αφότου εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, με εξαίρεση την περίπτωση διακανονισμού της οφειλής, εκπίπτουν από το αξίωμά τους. Εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο οικείος δήμος, διαπιστώνει την ύπαρξη του ασυμβίβαστου και την έκπτωση από το αξίωμα. Κατά της απόφασης με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο χωρεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 15 παρ. 3 Ν 3852/2010). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων στις οφειλές «από οποιαδήποτε αιτία» περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής (Γνωμ. ΝΣΚ 274/1996), ενώ ως «οφειλή» νοείται αυτή για την οποία υπάρχει εκτελεστός νόμιμος τίτλος (Γνωμ. ΝΣΚ 141/1995). Συνεπώς δεν θεωρείται οφειλέτης ο δήμαρχος ή ο δημοτικός σύμβουλος κ.λ.π., πριν το χρέος βεβαιωθεί ταμειακώς (εν στενή εννοία) στο αρμόδιο ταμείο, δηλαδή «οριστική» θεωρείται η ταμειακή βεβαίωση (Εγκ. Υπ. Εσωτ. 63255/17-7-1969). Η δίμηνη προθεσμία για την εξόφληση της οφειλής αρχίζει από τότε που επιδόθηκε με αποδεικτικό στον οφειλέτη η ατομική ειδοποίηση για την πληρωμή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 του ΝΔ 4260/62 και 4 του ΝΔ 356/74 (ΣτΕ 2069/2006 και 1543/2006 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΣτΕ 1931/62 ΕΝΟΤΑ Τόμος 2 σελ. 690, Γνωμ. ΝΣΚ 274/1996). Η δίμηνη προθεσμία αρχίζει επίσης από τότε που ο οφειλέτης έλαβε αποδεδειγμένα γνώση αυτής. Για το δήμαρχο π.χ. που συνυπογράφει τους βεβαιωτικούς καταλόγους (άρθρο 58 παρ.1 περίπτ.ε΄ Ν 3852/2010), δεν απαιτείται, για την εκκίνηση της δίμηνης προθεσμίας, η επίδοση της ατομικής ειδοποίησης, αφού λόγω ακριβώς της υπογραφής από τον ίδιο του βεβαιωτικού καταλόγου γνωρίζει την ύπαρξη του χρέους (βλέπε ΣτΕ 2074/2002 ΝοΒ 2003 σελ. 775).
  21. 21. 21 «Διακανονισμός της οφειλής» θεωρείται η διευκόλυνση τμηματικής καταβολής του χρέους, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 170 του Ν 3463/2006. Παρ’ όλο που στο νόμο η περίπτωση διακανονισμού της οφειλής αναφέρεται μόνο στους αιρετούς, που γίνονται οφειλέτες μετά την εκλογή τους, είναι προφανές ότι αφορά και όσους ήταν ήδη οφειλέτες όταν εξελέγησαν. Αίτηση διαγραφής του χρέους κατά τις διατάξεις του άρθρου 174 του ΔΚΚ δεν αναστέλλει τη διαδικασία της έκπτωσης (Γνωμ. ΝΣΚ 315/2003). Ο καταλογισμός χρηματικού ποσού σε βάρος αιρετών από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή από οικονομικούς επιθεωρητές, δεν εμπίπτει στην έννοια της οφειλής, η μη πληρωμή ή η εκπρόθεσμη πληρωμή της οποίας συνεπάγεται την έκπτωση από το αξίωμα (ΣτΕ 2178/2002 ΝοΒ 2003 σελ. 793, Γνωμ. Νομ. Συμβ. ΥΠΕΣΔΔΑ 437/2001). ια. Ακύρωση της εκλογής – έκπτωση από το αξίωμα. Οι δήμαρχοι, οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων και οι εκπρόσωποι των τοπικών κοινοτήτων, που αποδέχονται οποιοδήποτε από τα καθήκοντα ή τα έργα που συνιστούν ασυμβίβαστο ή αποκτούν δημοτικότητα σε άλλο δήμο, εκπίπτουν από το αξίωμά τους. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο οικείος δήμος, διαπιστώνει με απόφασή του την ύπαρξη του ασυμβίβαστου και την έκπτωση από το αξίωμα, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση από οποιοδήποτε εκλογέα ή υποψήφιο στις δημοτικές εκλογές. Κατά της απόφασης που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο χωρεί αίτηση αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας (άρθρο 14 παρ. 8 Ν 3852/2010). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 259 του Ν 2717/99, αν εκλεγεί ως δήμαρχος ή δημοτικός σύμβουλος πρόσωπο που έχει κώλυμα εκλογιμότητας, το δικαστήριο ακυρώνει την εκλογή του συγκεκριμένου προσώπου ή, αν η ένσταση εκδικάζεται μετά την επικύρωση της εκλογής και την εγκατάσταση των δημοτικών αρχών, διαπιστώνει το κώλυμα, οπότε ο εκλεγείς εκπίπτει από το αξίωμα. Η εκλογή προσώπου που έχει κώλυμα εκλογιμότητας δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση των εκλογών στο σύνολό τους και την επανάληψή
  22. 22. 22 τους, αλλά συνεπάγεται, αν μεν πρόκειται για δημοτικό σύμβουλο, την εκλογή του επόμενου κατά τη σειρά των ψήφων υποψηφίου, αν δε πρόκειται για δήμαρχο την αναπλήρωση της θέσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 60 του Ν 3852/2010 (ΣτΕ 299/2008 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΣτΕ 3464/2007 ΔιΔικ 2009 σελ. 1019, ΣτΕ 3185/2003 ΔιΔικ 2006 σελ. 229, ΣτΕ 3036/2000 ΝοΒ 2001 σελ. 1557, ΣτΕ 806/1996 ΔιΔικ 1996 σελ.942, ΣτΕ 1970/91 Αρμεν 1991 σελ.721, ΣτΕ 3552/87 ΕΔΔΔ 1988 σελ. 436, ΤρΔΠρΠατρ 806/1998 ΔιΔικ 1999 σελ.429). Η έκπτωση από το αξίωμα αφορά τη συγκεκριμένη θητεία, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο. Σε περίπτωση επανεκλογής του ίδιου προσώπου τα αποτελέσματα της έκπτωσης δεν επεκτείνονται στη νέα δημοτική περίοδο (ΣτΕ ΕπΑν 122/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, Γνωμ. Νομ. Συμβ. Υπ. Εσωτ. 89/2003).
  23. 23. 23 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΔΗΜΑΡΧΩΝ 1. Αρμοδιότητες. 1.1 Εκπροσώπηση του δήμου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 1α του Ν 3852/2010, ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή. Ως εκπρόσωπος του οικείου οργανισμού ο δήμαρχος έχει τις ακόλουθες επί μέρους αρμοδιότητες: α. Υπογραφή αλληλογραφίας. Ο δήμαρχος υπογράφει την αλληλογραφία του δήμου με άλλες αρχές, υπηρεσίες ή πρόσωπα. Εκτός από το δήμαρχο, τους αντιδημάρχους και τους αναπληρωτές τους ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα, κανένα άλλο δημοτικό όργανο δεν έχει δικαίωμα να αλληλογραφεί, υπό την ιδιότητά του αυτή, ως εκπρόσωπος του οικείου ΟΤΑ. β. Υπογραφή συμβάσεων. Ο δήμαρχος υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο δήμος, όπως είναι τα δανειστικά συμβόλαια και τα συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων, τα συμφωνητικά έργων, προμηθειών και μεταφορών, οι προγραμματικές συμβάσεις, οι συμβάσεις εκμίσθωσης ή μίσθωσης ακινήτων, οι συμβάσεις εργασίας κ.λ.π. (άρθρο 58 παρ.1 περίπτ. στ΄ Ν 3852/2010). Οι δήμαρχοι υπογράφουν εγκύρως τις ανωτέρω συμβάσεις, εφόσον για κάθε μία από αυτές τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος. Σε διαφορετική περίπτωση η σύμβαση είναι άκυρη και δεν δεσμεύει το δήμο (άρθρα 70 και 174 Αστικού Κώδικα, άρθρο 85 Ν 2362/95 «Περί Δημοσίου Λογιστικού», ΦΕΚ 247/Α, άρθρο 40 ΝΔ 496/74 «Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», ΦΕΚ 204/Α), μπορεί όμως να τον υποχρεώσει σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 194/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΕφΚρητ 441/2004 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΕφΑθην 11549/95 ΝοΒ 1996 σελ. 1008, ΕφΔωδεκ 130/1986 Αρμεν 1987 σελ. 219, ΕιρΧαλανδρ 735/2006 και 366/2005 Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
  24. 24. 24 Η σύναψη (γραπτών ή προφορικών) συμβάσεων για τις οποίες δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία, μπορεί να θεμελιώσει σε βάρος του δημάρχου ποινική ευθύνη κατά τις διατάξεις του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα (παράβαση καθήκοντος) καθώς και αστική ή πειθαρχική ευθύνη κατά τις διατάξεις του Ν 3852/2010 (άρθρα 232 και 233). Ο δήμαρχος έχει αρμοδιότητα για την υπογραφή των συμβάσεων που συνάπτει ο δήμος, είτε η αρμοδιότητα αυτή προβλέπεται ρητά από τις διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη σύμβαση – όπως συμβαίνει π.χ. με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ΠΔ 171/87 για τα δημοτικά έργα – είτε όχι. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να εξουσιοδοτείται ο δήμαρχος για την υπογραφή της σύμβασης με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. γ. Δικαστική εκπροσώπηση. Ο δήμαρχος ασκεί τα ένδικα μέσα και ενεργεί κάθε δικαστική ή εξώδικη πράξη που απαιτείται για την προστασία των συμφερόντων του δήμου. Η δικαστική εκπροσώπηση του οικείου ΟΤΑ από το δήμαρχο αποτελεί υποχρέωσή του, η παραβίαση της οποίας μπορεί να θεμελιώσει σε βάρος του αστική και πειθαρχική ευθύνη, ιδίως στην περίπτωση που η παράλειψη άσκησης ενδίκων μέσων ή δικαστικής εκπροσώπησης αποβαίνει σε βάρος της περιουσίας και γενικά των συμφερόντων του δήμου (Γνωμ. Νομ. Δ/νσης Υπ. Εσωτ. 221/83, Εγκ. ΥΠ. Εσωτ. 129/31-12-2013,Εγκ. Υπ. Οικον. 2008681/839/ 0022/1994). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 του Ν 3852/2010, στις αρμοδιότητες της οικονομικής επιτροπής ανήκει και η άσκηση όλων των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, η υποβολή προσφυγών στις διοικητικές αρχές και η πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου ή η ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του. Συνεπώς δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ασκηθεί παραδεκτά ένδικο μέσο ή βοήθημα (αγωγή, έγκληση, έφεση, αίτηση ακύρωσης ή αναίρεσης, παρέμβαση κ.λ.π.) ή διοικητική προσφυγή χωρίς προηγούμενη απόφαση της οικονομικής επιτροπής (ΣτΕ 2878/2006 και 968/2006 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΣτΕ 240/1997 ΔιΔικ 1998 σελ. 47, ΣτΕ Ολ 3174/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 87, ΣτΕ 3946/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 1395, ΣτΕ Ολ 4575/96 ΝοΒ 1997 σελ. 501, ΣτΕ 4753/95 ΔιΔικ 1996 σελ. 1246, ΣτΕ 3626/90 ΔιΔικ 1991 σελ. 950, ΣτΕ 3481-3718/87 ΝοΒ 1990 σελ. 720, ΣτΕ 580/1985 ΝοΒ 1988 σελ. 167, ΣτΕ 3369-3371/85 ΝοΒ 1988 σελ.
  25. 25. 25 168, ΑΠ 1993/2007 ΝοΒ 2008 σελ. 969, ΑΠ 767/2007 ΝοΒ 2007 σελ. 2159, ΑΠ 975/2006 ΝοΒ 2007 σελ. 2096, ΑΠ 517/2002 και 94/2002 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ, ΑΠ 541/1994 Ελλ Δνη 1995 σελ. 146). Κατ’ εξαίρεση, όταν δημιουργείται προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί και χωρίς προηγούμενη απόφαση της οικονομικής επιτροπής, να εγείρει και να αντικρούει αγωγές, να ασκεί ένδικα μέσα, να διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους και γενικά να ενεργεί κάθε δικαστική ή εξώδικη πράξη που είναι αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων του δήμου, με την προϋπόθεση ότι θα υποβάλλει αμέσως (δηλαδή στην πρώτη συνεδρίαση) τις πράξεις αυτές για έγκριση στη οικονομική επιτροπή (άρθρο 58 παρ. 2 Ν 3852/2010). Τέτοια περίπτωση συντρέχει π.χ. όταν τίθεται βραχεία προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε παραδεκτά ενεργεί ο δήμαρχος χωρίς προηγούμενη απόφαση του αρμοδίου συλλογικού οργάνου, προκειμένου να μην παρέλθει η προθεσμία (ΣτΕ 3626/90 ΔιΔικ 1991 σελ. 950, ΣτΕ 3627/90 ΔιΔικ 1991 σελ. 1341, ΣτΕ 1043/85 ΕΤΑ 1987 σελ. 243, ΑΠ 544/2007 ΝοΒ 2007 σελ. 1892, ΑΠ 1882/86 ΕΕΝ 1987 σελ. 675, ΑΠ 315/82 ΕΕΝ 1983 σελ. 162) ή αν πρόκειται για δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία ο δήμαρχος νομίμως καταθέτει τη σχετική αίτηση δίχως προηγούμενη απόφαση της οικονομικής επιτροπής (ΕιρΚιλκ 29/1993 Αρμεν 1993 σελ. 1106, ΕισΕφΠειρ 1/2002 ΝοΒ 2002 σελ. 2047). Όπως γίνεται εξάλλου δεκτό από τη νομολογία, η εκ των υστέρων έγκριση της οικονομικής επιτροπής νομιμοποιεί την άσκηση του ενδίκου μέσου ή βοηθήματος από το δήμαρχο σε όλες γενικά τις περιπτώσεις και όχι μόνο σε αυτές που θεωρούνται κατεπείγουσες. Η απόφαση της επιτροπής για την άσκηση του ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και, αν πρόκειται για δήμο όπου δεν υπηρετεί δικηγόρος με πάγια αντιμισθία, για το διορισμό πληρεξούσιου δικηγόρου, πρέπει να προσκομίζονται μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή μέσα στην προθεσμία που τυχόν παρέχεται για το σκοπό αυτό από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, διαφορετικά το ένδικο μέσο ή βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΣτΕ 240/1997 ΔιΔικ 1998 σελ. 47, ΣτΕ Ολ 3174/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 87, ΣτΕ 3946/96 ΔιΔικ 1997 σελ. 1395, ΣτΕ Ολ 996/1994 ΔιΔικ 1994 σελ. 1097, ΕφΘεσ 222/1994 Αρμεν 1994 σελ. 1071).
  26. 26. 26 Στην παρ. 25 του άρθρου 19 του Ν 2386/96 (ΦΕΚ 43/Α) ορίζονται τα εξής: «Όπου σε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας προβλέπεται εντολή ή έγκριση ή ειδική πληρεξουσιότητα του εκπροσωπούντος το Δημόσιο κατά περίπτωση οργάνου ή του οργάνου που διοικεί ή εκπροσωπεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την άσκηση αντίστοιχα αγωγής, προσφυγής, έγκλησης, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος και γενικά οποιασδήποτε διαδικαστικής ενέργειας, η έλλειψη της παρέχουσας την εντολή ή την έγκριση ή την πληρεξουσιότητα σχετικής απόφασης, δεν επηρεάζει το κύρος όποιων πράξεων από τις παραπάνω γίνονται χωρίς αυτήν ή έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει εκδοθεί επ’ αυτών αμετάκλητη δικαστική απόφαση». Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες καλύπτουν τόσο την απόφαση για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου (πληρεξουσιότητα) όσο και την απόφαση για την άσκηση του ενδίκου μέσου (ΣτΕ 866/1999 ΔιΔικ 2003 σελ. 455, ΣτΕ Ολ 3440/98 ΝοΒ 1999 σελ. 1010), έχουν εφαρμογή και στους ΟΤΑ και μάλιστα όχι μόνο για την άσκηση αλλά και για την παραίτηση από ένδικα μέσα (ΣτΕ Ολ 2233/99 ΕΔΔΔ 2000 σελ. 337). Ο δήμαρχος ειδικότερα μπορεί σε περίπτωση προφανούς κινδύνου ή ζημίας των δημοτικών συμφερόντων, να αποφασίζει για οποιοδήποτε θέμα ανήκει στην αρμοδιότητα της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής και όχι μόνο για θέματα σχετιζόμενα με τη δικαστική προστασία των συμφερόντων του δήμου. Υποχρεούται όμως να υποβάλει αμέσως (στην πρώτη συνεδρίαση) τις ενέργειές του στην έγκριση της επιτροπής (άρθρο 58 παρ. 2 Ν 3852/2010). δ. Παραλαβή δικογράφων. Ο δήμαρχος παραλαμβάνει τα δικόγραφα για λογαριασμό του δήμου. Αναλυτικά : - Κατά την παρ. 3 του άρθρου 49 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/99), οι επιδόσεις των δικογράφων προς τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου γίνονται στους νομίμους εκπροσώπους τους ή σε υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτούς ή στους δικαστικούς τους πληρεξούσιους. Συνεπώς η επίδοση γίνεται έγκυρα στο δήμαρχο ή στα πρόσωπα που αυτός έχει μεταβιβάσει τη σχετική αρμοδιότητα (αντιδήμαρχο) κατά τις
  27. 27. 27 διατάξεις του άρθρου 59 του Ν 3852/2010 ή στο πρόσωπο που αναπληρώνει το δήμαρχο, όταν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται (άρθρο 89 παρ. 1 Ν 3463/2006). Επίδοση μπορεί να γίνει επίσης και σε συμβούλους ή υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτό (παραλαβή δικογράφων) από το δήμαρχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 του ΔΚΚ. Επίδοση που δεν γίνεται στο δήμαρχο αλλά σε άλλο, μη νομίμως εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο, είναι άκυρη (ΔΕφΘεσ 63/1988 Αρμεν 1988 σελ. 384). Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 54 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 5 του Ν 3659/2008, «αν εκείνος στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι, κατά το χρόνο της επίδοσης, άγνωστης διαμονής, τότε αυτή γίνεται, όταν δεν υπάρχει αντίκλητος, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, ενώ, αν δεν υπάρχει γνωστή κατοικία ή διαμονή, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της έδρας της αρχής που εξέδωσε την πράξη». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 126 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι επιδόσεις προς νομικά πρόσωπα γίνονται στο νόμιμο εκπρόσωπό τους, δηλαδή, εφόσον πρόκειται για ΟΤΑ, στο δήμαρχο ή στα πρόσωπα που τον αναπληρώνουν ή έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτόν κατά τους ορισμούς του ΔΚΚ (ΑΠ 1179/2007 ΝοΒ 2008 σελ. 352). Εάν η επίδοση γίνεται σε πρόσωπο διαφορετικό από το δήμαρχο, πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση επίδοσης το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί από το δήμαρχο να παραλαμβάνει δικόγραφα (ΑΠ 1179/2007 ΝοΒ 2008 σελ. 352). Με την εκδοχή ότι οι διατάξεις του άρθρου 129 του ΚΠολΔ έχουν εφαρμογή και στα ΝΠΔΔ, η επίδοση γίνεται έγκυρα και σε υπάλληλο ή δικηγόρο του δήμου, όταν απουσιάζουν τα πρόσωπα που τον εκπροσωπούν και η απουσία αυτή μνημονεύεται στην οικεία έκθεση επίδοσης (ΕφΑθην 4925/99 ΝοΒ 2000 σελ. 1281, ΕφΘεσ 2774/87 Αρμεν 1988 σελ. 950, ΕφΘεσ 3080/87 Αρμεν 1988 σελ. 1090, ΜΠρΑρτ 32/1993 Αρμεν 1993 σελ. 235). Ως προς τις επιδόσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν το έγγραφο επιδίδεται στον ίδιο το δήμαρχο, δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται στο αποδεικτικό επίδοσης το ονοματεπώνυμό του (ΑΠ Ολ 8/1995 ΠΧρον 1996 σελ. 829). Είναι άκυρη όμως η επίδοση, εάν ο
  28. 28. 28 παραλαβών δήμαρχος δεν υπέγραψε ιδιοχείρως αλλά με σφραγίδα (ΑΠ 1119/2005 ΝοΒ 2006 σελ. 596, ΑΠ 445/1999 ΝοΒ 1999 σελ. 1350). Όταν το έγγραφο επιδίδεται σε εντεταλμένο υπάλληλο, πρέπει να αναγράφεται στο αποδεικτικό τόσο το ονοματεπώνυμό του όσο και η ιδιότητά του ως εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου, η παράλειψη όμως αναγραφής της ιδιότητας δεν προκαλεί ακυρότητα, εάν αυτή μπορεί να αποδειχθεί με άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 81/1996 ΠΧρον 1996 σελ. 1448, ΑΠ 591/1994 ΠΧρον 1994 σελ. 652, ΑΠ 1231/89 ΠΧρον 1990 σελ. 538). ε. Βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής – Επικύρωση αντιγράφων. Ο δήμαρχος θεωρεί το γνήσιο της υπογραφής και επικυρώνει αντίγραφα (άρθρο 11 Ν 2690/99, όπως ισχύει). Η επικύρωση από το δήμαρχο αντιγράφων τα οποία δεν αποτελούν πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, μπορεί να συνιστά το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης (ΑΠ 657/2004 ΠΧρον 2005 σελ. 228). Η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, μπορεί να μεταβιβασθεί σε αντιδημάρχους ή άλλους αιρετούς ή υπαλλήλους κατά τις διατάξεις των άρθρων 59 του Ν 3852/2010 και 88 του ΔΚΚ (Έγγρ. ΥΠΕΣΔΔΑ 32866/1-8- 2005, Εγκ. Υπ. Προεδρ. 536/28-8-1986). στ. Ευθύνη από πράξεις ή παραλείψεις του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας. Ως εκπρόσωπος του δήμου, ο δήμαρχος ενεργώντας με την ιδιότητά του αυτή εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου. Οι πράξεις ή παραλείψεις του είναι πράξεις ή παραλείψεις του δήμου. Δηλαδή, οι ενέργειές του δεσμεύουν το δήμο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι εμπίπτουν στον κύκλο των καθηκόντων, τα οποία του έχει αναθέσει ο νόμος (ΑΕΔ 5/1995 ΔιΔικ 1995 σελ. 311). Σε διαφορετική περίπτωση, η παράνομη πράξη που τυχόν επιχειρεί ο δήμαρχος, χωρίς να έχει σχετική αρμοδιότητα, γεννά δική του, προσωπική ευθύνη και όχι ευθύνη του νομικού προσώπου (ΣτΕ 2796/2006 ΝοΒ 2007 σελ. 1666, ΣτΕ 1147/2005 ΔιΔικ 2007 σελ. 237, ΔεφΑθ 314/1992 ΔιΔικ 1993 σελ. 156, ΤρΔΠρΑθ 12866/97 ΔιΔικ 1999 σελ. 164). 1.2 Έκδοση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων. Α. Βεβαίωση μόνιμης κατοικίας.
  29. 29. 29 Ο δήμαρχος εκδίδει τις βεβαιώσεις μόνιμης κατοικίας (άρθρο 279 Ν 3463/2006). Η βεβαίωση που πιστοποιεί την ιδιότητα του μόνιμου κατοίκου, όπου απαιτείται, χορηγείται εφόσον προκύπτει πραγματική εγκατάσταση στο δήμο, που αποδεικνύεται με απόδειξη λογαριασμού δημόσιας επιχείρησης κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ κ.λ.π.) ή με το εκκαθαριστικό σημείωμα του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων. Βεβαίωση που εκδίδεται με βάση μόνο την προσωπική αντίληψη του δημάρχου, χωρίς να επισυνάπτονται στη σχετική αίτηση τα δικαιολογητικά που απαιτεί ο νόμος, δεν είναι νόμιμη (ΣτΕ 1113/2008 νομική βάση πληροφοριών ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ). Εάν η ιδιότητα του μόνιμου κατοίκου δεν μπορεί αιτιολογημένα να αποδειχθεί με τα ανωτέρω δικαιολογητικά, αποδεικνύεται από τον ενδιαφερόμενο με κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι βεβαιώσεις άλλων δημοσίων αρχών ή οι ένορκες ή απλές υπεύθυνες δηλώσεις άλλων προσώπων γνωστής κατοικίας, χωρίς να αποκλείεται και η διενέργεια αυτοψίας από υπαλλήλους του δήμου. Η υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Σε κάθε περίπτωση ο δήμαρχος μπορεί αιτιολογημένα να αρνηθεί τη χορήγηση της βεβαίωσης, αναφέροντας με σαφήνεια τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους απορρίπτει το αίτημα (άρθρο 279 Ν 3463/2006). Εφόσον πρόκειται για μεταδημότευση ή άλλη ανάλογη περίπτωση, κατά την οποία απαιτείται πραγματική εγκατάσταση στο δήμο για ορισμένο χρονικό διάστημα, τα δικαιολογητικά του αιτούντος πρέπει να καλύπτουν το διάστημα αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση το στοιχείο αυτό δεν εξετάζεται. Για τους πολίτες που έχουν υιοθετήσει ιδιότυπες ή άτυπες μορφές εγκατάστασης (π.χ. προσωρινό κατάλυμα, τροχόσπιτο ή κινητό παράπηγμα), όπως είναι οι έλληνες Ρομά, η χορήγηση της βεβαίωσης είναι δυνατή, εάν διαπιστώνεται η συνεχής περιοδική μέσα στο έτος επάνοδος σε ορισμένη περιοχή, με βάση τον κύκλο των αγροτικών εργασιών (Συνήγορος του Πολίτη, Μεταδημοτεύσεις και βεβαίωση μόνιμης κατοικίας – Κατευθύνσεις εφαρμογής, Ειδική Έκθεση, Ιανουάριος 2007). Β. Πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης.

×